Πέτρος ΠΡΙΝΤΕΖΗΣ

Γεννήθηκε στη Ναύπακτο, στις 13 Οκτώβρη 1929. Τον τράβηξε πρώτη η Αθήνα και έπειτα τα υποβρύχια όπου υπηρέτησε επί οκτώ χρόνια σαν εθελοντής.

Στην Αυστραλία ήρθε το 1956. Δούλεψε στο εργοστάσιο IXL (κονσερβοβιομηχανία), στη Phillips Industries , στο Odeon Music House και στη συνέχεια στο Ταξιδιωτικό Γραφείο Φραγκάκη επί της Illawarra Road Marrickville. Όταν εργαζόταν στη “Φίλιπς” τον προσέγγισε ο Κίκης Ευθυμίου και του πρότεινε να παίξει στο θέατρο. Ο Πέτρος δεν φοίτησε σε καμμία δραματική σχολή. Το ταλέντο του ήταν έμφυτο, κάτι που το είχαν διακρίνει από νωρίς οι δασκάλοι του στο δημοτικό. Πρωτόπαιξε στο έργο “Φαύλος Κύκλος” με τον Πέτρο Νυφάκο και Κίκη Ευθυμίου σκηνοθεσία Γιώργου Μαυρίδη. Έπαιξε σε περίπου 70 κωμωδίες.

 

Συζήτηση του Γιώργου Μιχελακάκη με τον Πέτρο Πρίντεζη, στο Σίδνεϊ  (Οκτώβριος 1986).

Γεννήθηκα στη Ναύπακτο της Αιτωλοακαρνανίας το 1929. Το 1947 μετά τον πόλεμο κατατάχτηκα στο Βασιλικό Ναυτικό, στα υποβρύχια και υπηρέτησα 7 χρόνια. Το 1956 μετανάστευσα στην Αυστραλία. Πόθος μου από μικρός ήταν να ασχοληθώ με το θέατρο. Δυστυχώς οι οικονομικές δυνάμεις δεν μου το επέτρεπαν. Η μητέρα μου χήρα από 28 χρονών με έξι παιδιά οπότε καταλαβαίνετε πως μεγαλώσαμε. Ερχόμενος στην Αυστραλία συνάντησα δύο ανθρώπους.

Ένας από αυτούς ήταν επιχειρηματίας που έκανε τις φιγούρες του Καραγκιόζη σε θέατρο σκιών. Σε ένα πάρτυ που συναντηθήκαμε μου πρότεινε να κάνω κι εγώ μερικές φιγούρες. Εγώ ήμουν λίγο ειδικευμένος στο Σιόρ Διονύσιο, τον Βεζίρη και τον Χατζηαβάτη. Αρχίσαμε να περιοδεύουμε στο Νιούκαστλ, στην Καμπέρα και στο Γούλογκογκ. Η έλλειψη μόνιμου χώρου μας ανάγκαζε να αλλάζουμε στέκι διαρκώς. Συνήθως παίζαμε στα χώλ των εκκλησιών όπως για παράδειγμα στο χωλ της Καθολικής Εκκλησίας στο Castlereagh Street.

Τις παραστάσεις τις διαφημίζαμε στις παροικιακές εφημερίδες. Τότε ήταν “Το Βήμα” και ο Πανελλήνιος Κήρυκας”. Η αντίδραση των συμπαροίκων ήταν θετική. Τους άρεσαν οι παραστάσεις… Τους θύμιζε την πατρίδα και τα παιδικά τους χρόνια.   

Ένα χρόνο αργότερα, το 1957, πέθανε ο συνεργάτης μου… Τότε άρχισα να ασχολούμαι με το θέατρο, ιδιαίτερα την κωμωδία.

Έκανα το θεατρικό μου ντεμπούτο με μια κωμωδία του Δημήτρη Ψαθά στο Lawson Theatre. Tότε το είχε ο Κρις Λούης και οι παραστάσεις γίνονταν Κυριακή, όχι Σάββατο. Μαζευτήκαμε μια ομάδα νέων και δημιουργήσαμε έναν καλλιτεχνικό θίασο, τον οποίο ονομάσαμε Καλλιτεχνικό Ελληνικό θίασο. Ήμουν τότε 27-28 χρονών. Έπαιξα ελάχιστους δραματικούς ρόλους. Αδυναμία μου είναι το θέατρο πρόζας, οι μουσικές επιθεωρήσεις και η σάτιρα.

Το 1958-1959 ανεβάσαμε την κωμωδία “Ο καλός στρατιώτης Σβέικ”. Ήταν πολυπρόσωπη και πολυέξοδη κωμωδία. Με τον Τάκη Καλδή επίσης ανεβάσαμε το Block C του Μυριβήλη.

Εν τω μεταξύ γνώρισα και τον Χρυσόστομο Μαντουρίδη. Ανεβάσαμε πολλά έργα: Το φιόρε του Λεβάντε, Καραγκιόζη επί σκηνής, Το τσαντάκι του Ψαθά και άλλα. Τον Καραγκιόζη τον διασκευάσαμε εμείς από βιβλία που αγοράσαμε τότε. Έχω παίξει σε περίπου 65 έργα.

Δημιούργησα έναν θίασο, τον Ελληνικό Θίασο Αυστραλίας το 1967-1968. Το διάστημα αυτό ήταν το πιο δημιουργικό της θεατρικής μου καριέρας. Συνεργάστηκα με έναν σκηνοθέτη, τον Νίκο Χριστόπουλο από την Γαστούνη. Ο Νίκος ζει στην Ελλάδα πλέον. Ήταν κουρέας στο επάγγελμα. Δεν είχε σπουδάσει σκηνοθεσία αλλά δεν είχε σημασία. Κατά τη γνώμη μου η σκηνοθεσία είναι φαντασία. Συνεργαστήκαμε για 12-15 χρόνια και ανεβάσαμε πολλά έργα. Για τις παραστάσεις μας -τα πρώρα χρόνια- χρησιμοποιούσαμε το χωλ της εκκλησίας του Μπέλμορ. Δεν παίρναμε φράγκο. Τα κέρδη πήγαιναν τα δίναμε δωρεά προς τον Ναό.

Σιγά-σιγά ο κόσμος άρχισε να εκδηλώνει μια προσωπολατρεία και οι συνεργάτες μου με έπεισαν να μετονομάσουμε το θεατρικό σχήμα σε “Θίασος Πέτρος Πρίντεζης”. Όταν το 1974-75 έφυγε ο σκηνοθέτης μας, μου ζήτησαν να αναλάβω σκηνοθεσία. Δεν το δέχτηκα. Δεν μου αρέσει η σκηνοθεσία. Αλλά δεν το επέτρεπαν και οι ελεύθερες ώρες μου. Σε περίπου 60 θεατρικά έργα είχα πρωταγωνιστικό ρόλο και χρειαζόμουν τον ελεύθερο χρόνο μου για να μελετώ το ρόλο.

Είμαι τώρα 56 ετών. Εργάζομαι δύο δουλειές και δεν έχω την πολυτέλεια να παίρνω πλέον πρωταγωνιστικούς ρόλους. Εκτός κι αν ασχοληθώ αποκλειστικά με το θέατρο. Τώρα πλέον προτιμώ τους μικρότερους ρόλους για να μπορώ να τους αποδώσω καλύτερα.

Φέραμε και άτομα από την Ελλάδα για να διδαχθούμε κάτι περισσότερο. Φέραμε τον Ζανίνο, την Καίτη Παπανίκα με την οποία ανεβάσαμε το “Τρελλοκόριτσο”, τον Ιωάννη Παπαδόπουλο με τον οποίο ανεβάσαμε το “Δεσποινής ετών 39”. Η συγκεκριμένη θεατρική παράσταση είχε μεγάλη επιτυχία. Επίσης ανεβάσαμε την “Τουλούμπα” με πρωταγωνίστρια την γυναίκα του που είναι εξαίσιος τύπος, πηγαίο ταλέντο. Κι αυτή η παράσταση άξιζε. Την ανεβάσαμε 9 με 10 φορές στο Τom Mann Theatre. Οι παραστάσεις με ηθοποιούς από την Ελλάδα είχαν μεγάλη επιτυχία αλλά τα έξοδα ήταν τεράστια και το εισιτήριο αναγκαστικά, ακριβό. Για παράδειγμα, η Καίτη Παπανίκα μας στοίχισε ένα εκατομμύριο δραχμές. Επιπλέον ο κάθε ηθοποιός που έρχεται από την Ελλάδα πρέπει να μείνει εδώ τουλάχιστον δεκαπέντε μέρες πριν τις παραστάσεις για να γίνουν οι πρόβες. Η παραμονή αυτή όσο να’ ναι στοιχίζει.

Έχω παίξει σε πολλά θέατρα, κι αυτό είναι ένα μεγάλο πρόβλημα για μας. Δεν έχουμε σταθερό χώρο για τις πρόβες και τις παραστάσεις μας.

Από την ημέρα που ήρθα στην Αυστραλία γίνονται ραγδαίες αλλαγές. Θέατρα δεν υπήρχαν πολλά. Πρόβες κάναμε σε δωμάτια. Καμμιά δεκαριά άτομα, ο ένας πάνω στον άλλον… Κάνε στην μπάντα να περάσω. Ο μετανάστης τότε, δεν είχε πολλές επιλογές… Ο ελληνικός κινηματογράφος έκανε την εμφάνισή του το 1957.

Τριάντα χρόνια αργότερα παρατηρώ μεγάλη κάμψη. Δεν υπάρχει η ηθική και οικονομική συμπαράσταση. Το SBS πλέον προβάλλει τόσα έργα! Υπάρχουν και οι βιντεοταινίες που έχουν σκοτώσει τα πάντα. Το κοινό έχει μειωθεί. Το πολύ να μαζεύονται 2000 σε τέσσερις με πέντε παραστάσεις. Αυτό είναι κάτι που με λυπεί. Ο Έλληνας προτιμά να βλέπει ταινίες στο σπίτι του… Δεν μπορεί να καταλάβει ότι θέατρο και κινηματογράφος είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Το θέατρο είναι άμεσο, είναι ζωντανό… Πρέπει να είσαι ετοιμόλογος, πρέπει να είσαι ικανός να ‘μπαλώσεις’ μια κατάσταση.

Μου ζήτησαν να παίξω και σε καμμιά δεκαριά αγγλικά έργα. Προτιμώ να στέλνω άλλους συναδέλφους. Έχει παίξει στο Cathy’s child. Επίσης στο 27A που γυρίστηκε σε νοσοκομείο ανιάτων. Πήγα να τρελλαθώ κι εγώ τότε. Ο ρόλος ήταν μεταναστευτικός. Δεν ήθελα να παίξω τον Έλληνα. Έπαιξα τον Ιταλό. Ήξερα λίγα ιταλικά, τα θυμήθηκα δηλαδή. Το σενάριο της ταινίας -η οποία παίχτηκε διεθνώς- ήταν να παρακολουθεί μετανάστες που το ρίχνανε στο ποτό, παθαίνανε τα νεύρα τους και τους μάζευε η κλούβα. Το νοσοκομείο ήταν πραγματικό νοσοκομείο ανιάτων. Εγώ ήμουν ένας άνεργος που περιφερόμουν στους δρόμους.

Επίσης έπαιξα έναν σχεδόν πρωταγωνιστικό ρόλο στην σειρά που προβλήθηκε από το κανάλι 2, Pig in a Pong. Tα γυρίσματα γινόντουσαν στο Μπόνται Μπίτς. Έπαιρνα μαζί και τη σύζυγο και το παιδί που ήταν μόλις 20 ημερών.  

Αυτό το διάστημα παίζω στον Καραγκιόζη που ανεβάζει ο Σταύρος Οικονομίδης. Ο Σταυράκης έχει αρχές, έχει οργάνωση. Είναι μόνος του, δεν έχει συνεταίρους στον οικονομικό τομέα. Δυστυχώς στην παροικία μας ισχύει το διαίρε και βασίλευε. Υπάρχουν φιλοδοξίες, μωροφιλοδοξίες που δεν συνταυτίζονται για να γίνει ένας επαγγελματικός θίασος.

Τον Καραγκιόζη τον παίζει ένας μετανάστης. Εγώ παίζω το ρόλο του σιόρ Διονύσιου, τον Νιόνιο από τη Ζάκυνθο. Έχουμε τον μπάρμπα-Γιώργο με τις φουστανέλλες του, εγώ με το ημίψηλο, ο Χατζηαβάτης με τις βράκες του… Ο Καραγκιόζης Μετανάστης!!!

Αφού γίνει η υποδοχή, εμφανίζεται στην καλύβα του Καραγκιόζη και πάνε να ζητήσουν την πλούσια κόρη από το Vaucluse. Έχει μεταναστευτικό χαρακτήρα, συμβάντα από την εδώ ζωή. Όπως για παράδειγμα, παίρνει το πρόβατο και το πάει στο πάρκο για βοσκή.

Συνεργάστηκα με πολλούς σκηνοθέτες. Τον Μαντουρίδη, όπως προείπα. Τον Παϊζη, ο οποίος πέθανε πέρυσι το 1985 σε ηλικία 93 ετών. Τον ανεβάζαμε στα χέρια να μας κάνει πρόβες. Αυτός μάλιστα μου είπε ότι ο πρώτος θίασος στην Αυστραλία ήταν περιπλανώμενος από την Αμερική. Ο Χριστόφορος Νέζερ ήρθε σε επαφή με τον Παϊζη το 1916-1917 και ανεβάσανε μαζί ένα έργο. Η δράση του θεάτρου άρχισε με τα πρώτα μεταναστευτικά ρεύματα μετά το 1950, πριν γίνονταν παραστάσεις στη χάση και στην φέξη.

Θυμάμαι τον Γιώργο Μαυρούδη από την Αίγυπτο. Εργαζόταν στην Τέλεκομ. Ερχόταν τα βράδια σε δωμάτια που κάναμε πρόβες, στο Σάρι Χιλλ, κρυφά από την γυναίκα του. Είχε ανεβάσει ένα έργο, ιδεολογικό το 1942-44 και τον είχαν κλείσει μέσα. Από τότε η γυναίκα του τού είχε πει να μην ξανα-ανακατευτεί. Δεν είχαμε τότε σκηνοθέτη και έτσι δέχτηκε να μας βοηθήσει κρυφά. Ήρθε και είδε το έργο σαν θεατής… Δεν ανέβασε άλλο.. Χαθήκαμε μετά…

Θυμάμαι τον Βάμβαρη… έχει πεθάνει τώρα. Ασχολιόταν με τη μουσική. Ζούσε από τη μουσική… Ήταν πολύ καλός βιολιστής.

Ήταν και ο Γιώργος από τη Σάμο… Και με αυτόν ανεβάσαμε κανά δύο έργα. Ήταν πρωταγωνιστής σε κανά δύο φιλμ στην Ελλάδα, με την Μπέτυ Μοσχονά, τη γυναίκα του Τάκη Μηλιάδη.

Με τον Νίκο Χριστόπουλο, που είναι πιο σύγχρονος σκηνοθέτης συνεργαστήκαμε για πολλά χρόνια και ανεβάσαμε πολλές κωμωδίες.

Αισθάνομαι περήφανος για τα παιδιά που φέραμε κοντά μας με το θέατρο. Επωφελήθηκαν… Έμαθαν πολλά πράγματα, κυρίως να μιλούν καλά τα ελληνικά. Αλλά δεν είμαι αισιόδοξος με τις επόμενες γενιές.

Τουλάχιστον αφήσαμε κάτι στα παιδιά μας… Όπως άφησε ο Μαντουρίδης και ο Παϊζης. Ο Μαντουρίδης ήταν εξαίσιος άνθρωπος. Ήταν φιλάσθενος, πέθανε σε μικρή ηλικία. Ήταν από την Αίγυπτο και πρόσφερε πάρα πολλά στο θέατρο, κυρίως στο δραματικό. Από ότι μας έλεγε συνεργάστηκε με επαγγελματικούς θιάσους, με την Βέμπο. Μεταβίβασε λοιπόν σε μας ό,τι ήξερε. Δίδαξε τραγωδία…

Θυμάμαι την πρώτη φορά που έπαιξα με τον Τάκη Καλδή. Ήταν στο καμαρίνι και έπαιζε χαρτιά -όχι με χρήματα-. Απλά για να περάσει η ώρα μέχρι να βγει. Εγώ ήμουν ήδη στη σκηνή. Περίμενα τον Τάκη να βγει… τίποτα. Πήγαινα στο πλάι της σκηνής, έξυνα τα γένια μου… ήμουν ντυμένος παπάς… Ρε Τάκη βγες… και δώστου να ξύνω τα γένια μου… Τελικά επενέβη ο διευθυντής σκηνής και τον έβαλε μέσα. 

Ο Πατρικαρέας μας είχε επιτρέψει να ανεβάσουμε το “Πέτα τη φυσαρμόνικα Πεπίνο”. Εγώ ήμουν ο πρωταγωνιστής. Έπαιζε και ο Τάκης Θεοχαρίδης που έχει εγκαταλείψει τώρα το θέατρο. Έκανα τον Ιταλό, έπαιζα τη φυσαρμόνικα και αναπολούσα τα παλιά. Με τη φυσαρμόνικα έβρισκα κουράγιο για τη ζωή. Τραγουδούσα μέσα από τη φυσαρμόνικα. Δεν ήξερα… έμαθα. Ο Πατρικαρέας ήθελε συγκεκριμένα τραγούδια. Κάποια στιγμή ο Τάκης ήθελε να πάει προς νερού του… Έτρεμε… Τι να κάνω, μονολογούσε ο καημένος. Είχαμε καθυστερήσει κιόλας. Ο Χρυσόστομος του λέει “κάντα πάνω σου”. Βγήκε ο άνθρωπος και τρέμανε τα πόδια του.

Ένα άλλο γεγονός που θυμάμαι έντονα είναι ένα ατύχημα που έγινε. Ήμασταν στο Lawson Theatre και θα ανεβάζαμε ένα έργο του Ψαθά. Το Λόουσον είχε το πανί του κινηματογράφου. Δεν είχε αυλαία. Βρήκαμε κουρτίνες και ανέβηκε ψηλά ένα παιδί να βιδώσει το σίδερο. Κάπως έκανε και παραπάτησε… Έπεσε! Τα χάσαμε. Δεν ανέπνεε… Εγώ και ο Κίκης ο Ευθυμίου τον πήραμε με ένα Χόλντεν. Ήταν 11.30 το βράδυ, τον κρατούσα ξάπλα. Είχε ένα μεγάλο καρούμπαλο. Όταν άρχισε να κάνει εμετό συνειδητοποιήσαμε ότι ακόμα ζούσε. Τον είχαμε για πεθαμένο. Τα αίματα που τρέχανε ήταν από δόντια που είχανε σπάσει. Εγώ νόμιζα ότι είχε πάθει εσωτερική αιμορραγία. Φοβηθήκαμε κιόλας γιατί παίζαμε παράνομα. Τον κινηματογράφο μας το είχε νοικιάσει ο Κρις Λούης παράνομα. Τον πήραν οι νοσοκόμοι. Εμείς πήγαμε πίσω να συνεχίσουμε. Ειδοποιήσαμε βέβαια την αδελφή του που έμενε κοντά…

Τι να κάνουμε τώρα; Πώς θα παίζαμε το έργο. Το παιδί είχε βασικό ρόλο. Πώς μπορούσε κάποιος να μάθει τα λόγια του σε πέντε με έξι ώρες;

Κι όμως… το παιδί αυτό ήταν ήρωας. Βγήκε από το νοσοκομείο το μεσημερι. Ακυρώσαμε τη μεσημεριανή παράσταση.

Πήραμε κόλλα και κολλήσαμε τα μαλλιά του -είχα μακριά ξανθά μαλλιά- πάνω στο καρούμπαλο για να το καλύψουμε. Βγήκε και έπαιξε. Πιο τέλεια και από τις πρόβες. Συγκινήθηκα. Πήγα και τον φίλησα. Ήταν τυχερός που έζησε μετά από τέτοιο πέσιμο.. Με αυτό που ανέφερα, θέλω να πω, ότι με το ερασιτεχνικό θέατρο χρειάζονται υπεράνθρωπες θυσίες…

 

Λεπτομέρειες για την θεατρική του πορεία μπορείτε να διαβάσετε μέσα από τα αφιερώματα του παροικιακού τύπου.

Petros Printezis

Please share

error: Content is protected!