ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ | ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Πότης Ακρογιάλης

“Cairns”

Αν κάποτε βρεθείς στο νότο

και περάσεις από το μακρινό

κι απόμερο τροπικό Cairns,

μη ξεχάσεις να σταματήσεις

και ρωτώντας τους περαστικούς,

θα φτάσεις ως το παλιό νεκροταφείο.

Πορτούλα δεν έχει, είναι ξέφραγο,

σημαδούρα στον Ισημερινό, ξεχασμένο.

Όπως θα μπαίνεις, αριστερά,

ο πρώτος τάφος κάποιου κατάδικου,

από κει, κι όλα αριστερά κάτω στο βάθος,

εκεί που αρχίζει η ζούγκλα του ζαχαροκάλαμου

θα βρεις σκεπασμένο από υδατώδη

τροπικά αγριόχορτα, απέρριτο, πεντάξενο

έναν τάφο, το μνήμα κάποιου μετανάστη Έλληνα.

Τ΄όνομα του δύσκολα πολύ να το διαβάσεις

μόνο: Ο… ΕΞ ΕΛΛΑΔΟΣ ΕΜΕΙΝΕ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

ΣΤΟ CAIRNS, και μια ακόμα λέξη,

μα δεν διαβάζεται κι αυτή.

Τη στιγμή εκείνη, στις μακρινές φυτείες του Cairns

όλες σου οι αισθήσεις και το υποσυνείδητο μαζί

θα δημιουργήσουν ένα αίσθημα

που θα κυριαρχεί στην ψυχή σου παντοτινά.

Όταν θα βγαίνεις από εκείνο το νεκροταφείο

θάχεις κιόλας φιλιώσει με το θάνατο.

ποίημα του Πότη Ακρογιάλη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Χρονικό, τεύχος 6-7, έτος 1987

 

 

ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΓΑΖI

Κάθονταν τ΄απογεύματα  στην πόρτα της Αδαμαντίας, κάτι σαν  βεραντούλα στον κεντρικό δρόμο της κωμόπολης, στο τέλος της αγοράς, την περιορισμένη έξοδο για τις γυναίκες του καιρού εκείνου. Ήταν χήρες και οι τρεις κι είχαν τη θέση τους στην κοινωνία. Οι «νοικοκυρές» με την έννοια ότι είχαν μεγάλο, πλούσιο σπίτι. Αλλά και οι «κυρίες» στη συμπεριφορά, στα ενδιαφέροντα, στην κοινωνική τους παρουσία. Κι ήταν η εποχή μετά τον πόλεμο, κάπου το 1947-48. Η Αδαμαντία ήταν από κοντινή κωμόπολη, από καλό σπίτι, είχε και αδέλφια σπουδασμένα σε καλές θέσεις. Είχε παντρευτεί το Μακρυκώστα, μεγαλοκτηματία και είχε δώσει όλη της τη ζωή στην ανατροφή των παιδιών της, πέντε τον αριθμό. Είχε στεγνώσει πια και έμοιαζε απλή γυναικούλα του χωριού. Η μόνη κοκεταρία, ή και ευπρέπεια, ήταν λίγα μαλλιά που ξέφευγαν στο πλάι σαν ατημέλητα, στην ουσία όμως για να  πλαισιώνουν το ρικνό πρόσωπο. Ο κότσος, που ήταν η βασική κόμμωση του καιρού, έμενε μικρός και ασήμαντος στο πίσω μέρος του γερασμένου προσώπου. Κρατούσε όμως την απλότητα της καλής ανατροφής, σαν να έλεγε, «δεν έχω ν΄αποδείξω ποια είμαι, τι είμαι». Η Κλεοπάτρα, ήταν γέννημα και θρέμμα της κωμοπόλεως, από καλό σπίτι παντρεμένη με άλλο νοικοκυρόπουλο,  που στον καρό του ήταν λεβέντης και παράγοντας. Κρατούσε ακόμα τη νεανική ομορφιά της, δεν ήθελε να δεχτεί ότι πέρασαν τα χρόνια και οι καλές ημέρες. Και δεν ήταν μόνο στην εμφάνιση που κρατούσε την κοκεταρία της, ακόμα και στα δύσκολα χρόνια, ήταν και στα ενδιαφέροντα της  κοινωνικής ζωής. Ήταν παρούσα πάντα στις χαρές και στις λύπες καθώς και σε κάθε άλλη κοινωνική εκδήλωση. Για παράδειγμα την καλούσαν κι έφτιαχνε τους δίσκους για μνημόσυνα. Σκέπαζαν τα κόλλυβα με άχνη ζάχαρη και σχεδίαζε απάνω σταυρό και τα αρχικά του ονόματος, με κείνη την άσπρη κρέμα που έβγαινε από ένα σακουλάκι σαν χωνί. Έβαζε και τα κουφέτα, άλλα  σαν ασημένια σκάγια κι άλλα μακρόστενα σαν κάψουλες φαρμάκων, σε συνδιασμό με τα κανονικά κουφέτα. Ήταν η ειδική. Το είχε καμάρι κι ένοιωθε και περηφάνια  γι αυτή της την ικανότητα, που στα δύσκολα χρόνια του πολέμου έμεινε σαν παράσημο κρυμμένο στο συρτάρι. Η Λουκία ήταν η πιο απρόσιτη  και ψηλομύτα. Ερχόταν από καλό σπίτι, από την κοντινή επαρχιακή πόλη και είχε πάει και δυο τάξεις στο Σχολαρχείο. Ήταν κοντή και στρουμπουλή με μια σουβλερή μύτη και μάτια χωστά. Σου έδιναν την εντύπωση ότι σε βλέπουν από μακριά, ετσι με την αυτοπεποίθηση που σε κοιτούσαν. Έμοιαζε λίγο κουκουβάγια που βλέπει τον κόσμο με περίσκεψη, «αφ΄υψηλού». Νοικοκυρεμένη πάντα, συνεπής, προσεκτική στα λόγια και στη συμπεριφορά, με ωραία παρουσία. Το έδειχνε ότι ήταν, Κυρία, σύμφωνα με τα δεδομένα και τη νοοτροπία του καιρού. Είχε μια αρχοντιά που χαρακτήριζε την όλη της παρουσία. Και κατάφερνε να αξιοποιεί  και την ασήμαντη λεπτομέρεια και να δίνει έναν τόνο καθωσπρεπισμού στην  κάθε της ενέργεια. Έτσι έζησε τη ζωή της σε κείνο το παλιό σπίτι των Γιωργαλαίων, που του έδωσε κάποια ευπρέπεια, έζησε στερημένα μέχρι να μεγαλώσει τα παιδιά της και να τα σπουδάσει. Ποιος να της το ‘λεγε τότε που παντρεύτηκε το λεβέντη Αρίστο  Γεωργαλά, νεόβγαλτο γιατρό, που πήγε και γαμήλιο ταξίδι στη Γαλλία, με εκείνες τις χαρές και τις τιμές που έγιναν οι αρραβώνες και ο γάμος. Ποιος να της το ‘λεγε ότι θα ζήσει στη μικρή κωμόπολη μια στερημένη ζωή… Όμως ένιωθε ικανοποιημένη από τη ζωή, έβγαλε καλά παιδιά, σπούδασαν όλα και σήμερα ήταν η κυρία Γεωργαλά, χήρα ιατρού, μητέρα τριών επιστημόνων.  Στο σπίτι είχε μείνει μόνο ο Στάθης, ο μικρός που εργαζόταν (δεν της άρεσε δούλευε) σε έναν αγροτικό συνεταιρισμό. Μόνο η Αρετή της δεν σπούδασε, η πρώτη της κόρη που της παραστάθηκε στο μεγάλωμα των μικρών. Το βέβαιον δεν τα έπαιρνε τα γράμματα, αλλά και πώς να πάει μόνη της μια κοπέλα την εποχή εκείνη στην πόλη για σπουδές; Δόξα τω Θεώ την βοήθησε κι αυτή  η τύχη κι αποκαταστάθηκε καλά. Μακριά μεν αλλά μες στα πλούτη της και τα καλά της. Ας λάμπει ο ήλιος κι ας λάμπει στα βουνά. -Λοιπόν, τι νέα σας έφερε η εξαδέλφη του γαμπρού σου; Ρώτησε η Αδαμαντία τη Λουκία, καθώς κοντοστάθηκε να χαιρετίσει τις φιλενάδες της. Ερχόταν από ταξίδι, είχε πάει να δει την  εξαδέλφη του γαμπρού της, που ήταν από τους πρώτους που ταξίδεψαν στην πατρίδα μετά τον πόλεμο.

– Είναι πολύ καλά, σαν πάντα, Αδαμαντία μου. Για την υγεία τους μόνο ανησυχούσα, κατά τ΄άλλα η Αρετή μου είναι μες στα πλούτη της και στα καλά της.

– Καλά, δεν πέρασε ο πόλεμος από κει ; Ρώτησε η Κλεοπάτρα.

– Μα η Αυστραλία δεν είχε πόλεμο, είπε η Αδαμαντία. Κάθισε, Λουκία.

– Ευχαριστώ, θα πηγαίνω.

– Καλά, μα μαζί με τους Εγγλέζους ήταν κι Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί. Τα έγραφαν οι εφημερίδες, επέμεινε η Κλεοπάτρα. Η Λουκία ανάλαβε να εξηγήσει.

-Η Αυστραλία είναι μέλος της  Μεγάλης Βρετανικής Αυτοκρατορίας, (τόνισε το αυτοκρατορίας) και συμμετείχε στα στρατεύματα της αυτοκρατορίας σαν μέλος της Κοινοπολιτείας.

– Γι΄αυτό ήταν και κάτι μαύροι, κάτι με σαρίκια, κάτι αλλιώτικοι.

Το είπανε ότι ήτανε από αποικίες Εγγλέζικες. Εμ, βέβαια, γιατί η Αυστραλία είναι τόσο  μακρυά από την Ευρώπη….είπε η Κλεοπάτρα.. Εκείνο το «τόσο μακρυά, τα σαρίκια, κι οι αποικίες» ήτανε και λίγο…  καυστικό. Γιατί την είχε στο στομάχι τη Λουκία που παρουσίαζε τα πάντα ωραία και καλά. Κι η Αδαμαντία το διασκέδαζε κι ήξερε πως ξεγελούσαν εαυτούς και αλλήλους μόνο και μόνο για να νιώθουν καλύτερα, ιδιαίτερα στους δύσκολους εκείνους καιρούς. Έτσι και για το γάμο της Αρετής η  Κλεοπάτρα δεν τα έβλεπε τόσο πλούσια και τρανά όσο τα παρουσίαζε η Λουκία. Γιατί είχαν γίνει πολλά σχόλια για τον πλούσιο γάμο της Αρετής από  τις φαρμακερές γλώσσες εκείνο ον καιρό…

«Στην άλλη άκρη του κόσμου !!! Και ποιόν πήρε; Ένα ανθρωπάκι»

Η Λουκία ανάλαβε να εξηγήσει.

– Η Αυστραλία είναι μια μεγάλη πλούσια χώρα, δεν την επηρεάζει ο πόλεμος.

Και οι κάτοικοι είναι αγγλικής καταγωγής, όπως και η γλώσσα τους είναι η αγγλική. Αλλά τι να τα λέμε, να δοξάζουμε το Θεό που ο πόλεμος τελείωσε., Να πηγαίνω κι εγώ. Γιατί μου έφερε ο Στάθης μου κάτι τσιπούρες και είναι φασαρία να τις καθαρίσω. Είμαι και κουρασμένη από το ταξίδι, καλύτερα να πηγαίνω. Γεια σας. Μόλις πισωπλάτισε η Λουκία, έριξε την πικρόχολη η Κλεοπάτρα. «Τούτη η Λουκία όλο παινέματα είναι. Κι εμένα μου έφερε ο Σταμάτης μου δυο οκάδες κρέας, το είπα, το παινεύτηκα;».  Τώρα ούτε ο Στάθης έφερε τσιπούρες, ούτε ο Σταμάτης κρέας. Τους άρεσε να παινεύονται. Έτσι το έκαναν πάντα. Η Λουκία είχε κάτι μακαρόνια από το μεσημέρι θα τα ζεμάτιζε με βούτυρο, είχε και λίγη μιζύθρα, δύο αυγά, λίγες ελιές να παρουσιάσει ένα τραπέζι ευπρεπισμένο. Έτσι το έκανε πάντα, κατάφερνε με το λίγο να δημιουργεί ωραία εντύπωση. Άφησε τις φίλες της με την ικανοποίηση ότι δεν έδειξε τη φουρτούνα που φώλιαζε στην καρδιά της. Δεν έδωσε το δικαίωμα στις φιλενάδες της να καταλάβουν το ψυχοπλάκωμα που της άφησε αυτή η επίσκεψη στην εξαδέλφη του γαμπρού της. Η εξαδέλφη του γαμπρού της, είχε πει στην κουβέντα απάνω.

«Περάσαμε από το μαγαζί του Αντρέα και ήπιαμε καφέ»

Θεέ και Κύριε, τι ήταν αυτό; Ποιο μαγαζί, τι μαγαζί; Του Ανδρέα μαγαζί; Ποιος, ο γαμπρός της μαγαζί…..αυτός που έχει επιχειρήσεις κι ένα σωρό υπαλλήλους; Ο γαμπρός ο Ανδρέας, είχε δημιουργήσει την εντύπωση πως είναι μεγαλοεπιχειρηματίας! Είχε χαλάσει πολλά λεφτά τότε που ήρθε, κάπου στη δεκαετία του 30, τότε που η λίρα Αυστραλίας είχε μεγάλη αξία, είχε ντύσει την Αρετή σε ραπτικούς οίκους της Αθήνας και είχε εντυπωσιάσει τη μικρή κοινωνία.  Όχι πως εκείνος είπε πολλά για το βιός του, ήταν περισσότερο η αντίληψη των άλλων για τα πλούτη της ξενητειάς. Είδαν και το ότι ξόδευε με απλοχεριά, τον είπαν πάμπλουτο. Έτσι δημιουργήθηκε η εντύπωση των επιχειρήσεων, την οποία η κυρία Λουκία πολλαπλασίασε και διαφήμισε και έκανε μύθο. Ο καημένος ο Αντρέας!  Ξενητεύτηκε  στα 17 του. Δούλεψε και μόνο δούλεψε σε μαγαζιά, στην επαρχία ξένα και δικά του και όταν έφτασε κοντά 40 αποφάσισε να κάνει ένα ταξίδι στην Πατρίδα να δει και τη μάνα του, αλλά περισσότερο να βρει και νύφη να παντρευτεί. Έτσι βρέθηκε στην Ελλάδα ως «καλώς αποκαταστημένος εν τη αλλοδαπή» και τον εντυπωσίασε η Αρετή, με τον αέρα της «κόρης ιατρού», με την κοινωνικότητά της και την….κάποια ελαφρότητα  στη συμπεριφορά, που την έκαναν μάλλον…χαριτωμένη.  Σκέφτηκε ότι θα εντυπωσιάσει τη μικρή κοινωνία στην οποία ζούσε, με μια γυναίκα που ξεχώριζε από τις κοπέλες – ήταν και λίγες – που είχαν έρθει από χωριό και έπεσαν στη βιοπάλη, οικογένεια και μαγαζιά.Η Αρετή όχι πως εντυπωσιάστηκε από την εμφάνιση του Αντρέα, τι ήτανε, ένας άνθρωπος χωρίς προσωπικότητα ήτανε. Όμως το όνειρο της πλούσιας ζωής, του εξωτερικού, της μεγάλης κοινωνίας, την έκαναν να  του χαμογελάσει με σημασία…. Είχε καβατζάρει και τα τριάντα, κι οι ελπίδες για μια καλή  αποκατάσταση λιγόστευαν, καθώς δεν υπήρχε και προίκα. Ο Γιωργαλάς  βλέπεις, δεν έφτιασε ούτε σπίτι, ούτε προίκες. Σπούδασε τα παιδιά του. Τον είχαν για παράδειγμα σε σύγκριση με τον άλλον το μεγαλονοικοκύρη το Χρυσάνθου που έφτιασε το μεγάλο σπίτι κι άφησε τα παιδιά του αμόρφωτα, που τσακωθήκανε στη μοιρασιά και κατάντησαν να ζούνε σε ένα-δυο δωμάτια ο καθένας.  Ο γάμος της Αρετής ήταν ο γάμος…της χρονιάς κι έγινε με πολλή μεγαλοπρέπεια και πανηγυρισμούς. Έγινε μάλιστα σε εξωκκλήσι, που θεωρήθηκε πολύ αρχοντικό, με πολλούς καλεσμένους και ακάλεστους ακόμα, περίεργους να δούνε τον πλούσιο γάμο.

«Μα τι, θα το κάνουμε σαν την Ελένη του Μύτικα, που φόρεσε εκείνο το ακριβό νυφικό και δεν την είδαν παρά οι καλεσμένοι της;» Εκείνος ο γάμος πάλι έγινε μόλογο. Έγινε στο σπίτι που θεωρήθηκε πολύ καθώς πρέπει και τη νύφη δεν την είδαν παρά οι καλεσμένοι, οι στενοί συγγενείς και φίλοι.

«Δεν θα ντυθώ μπούλα να γυρίζω στους δρόμους» είχε πει η Ελένη, που ήταν κι αυτή από καλό σπίτι και του κόσμου. Στης Αρετής το γάμο όμως γλέντησαν και έφαγαν όλοι καθώς έψησαν πολλά αρνιά εκεί έξω από το εξωκκλήσι. Και η Αρετή,  με τις ευχές και το θαυμασμό των φίλων και δικών έφυγε για το μεγάλο ταξίδι, τη μεγάλη ζωή!!! Που όμως δεν ήταν καθόλου μεγάλη… Πόσες γελασμένες ελπίδες, πόσα ναυαγισμένα όνειρα στην πραγματικότητα της ξενητειάς…. Η Αρετή, που περίμενε ένα σπίτι έπαυλη, με κήπους,  με αλέες  γεμάτες  τριανταφυλλιές, με βεράντες και υπηρετικό προσωπικό, βρέθηκε σε ένα διαμέρισμα με δύο υπνοδωμάτια, από κείνα τα λίγα του καιρού εκείνου, χωρίς μπαλκόνια, με μικρά παράθυρα  και με μωσαϊκά, που ήταν της μόδας τότε. Και το περιβάλλον;…..γυναικούλες του χωριού, με τις ρομπούλες τους και την οικονομία τους ακόμα και στο ηλεκτρικό. Θεέ μου, τι ξάφνιασμα..!!! Τι ξύπνημα ήταν αυτό;  Τα  ωραία όνειρα έφυγαν σαν τα μπαμπακένια σύννεφα που τα πήρε ο άνεμος.  Η Αρετή κοίταξε γύρω δεν ήταν να πιαστεί από πουθενά …. Είδε ότι έπεσε σε λάκκο. Πού να φύγει, πώς; Και να πάει πού; Δεν υπήρχε διέξοδος. Είδε ότι έπρεπε να σκύψει το κεφάλι και να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα. Τι μπορούσε να κάνει; Δεν στερήθηκε αλλά… Έσκυψε, όχι όμως και χωρίς ζημιές στην υγεία της. Το στομάχι της χάλασε ανεπανόρθωτα. Όμως δεν άφησε τον καημό να την καταβάλει. Έβαλε τα καλά της και πήγε και στην εκκλησία και στα γιορτάσια και στους χορούς του Συλλόγου και της Κοινότητας, ντυμένη τις τουαλέτες της, που ξεχώριζαν σε γούστο και ποιότητα… Ηταν κι αυτό μια ικανοποίηση, το ότι ξεχώριζε. Και τα χρόνια περνούσαν. Ο Αντρέας πήρε καινούριο μαγαζί «φις εντ τσιπς» ψάρια κομμάτια, τηγανισμένα στο λίπος και πατάτες το ίδιο. Ήταν πολύ συνηθισμένο φαγητό τον καιρό εκείνο στην πλούσια ξενητειά! Η Αρετή δεν δούλεψε ποτέ στο μαγαζί που δούλευε η εξαδέλφη του Αντρέα.  Ούτε και τη γλώσσα έμαθε ποτέ αφού ο κύκλος ήταν το  συγγενολόι και οι πατριώτες του Αντρέα. Και καλά όλα, ναι, προσγείωση, «όπως βρήκες, νύφη μου, όχι όπως ήξερες» λέει μια παροιμία. Αλλά τι λένε στη Λουκία; Τι εικόνα παρουσιάζουν στους δικούς και ξένους, στην πατρίδα; Πώς να χαλάσει ο μύθος της πλούσιας αποκατάστασης; Αυτό τη βασάνισε πολύ. Πώς να  το πει της μάνας, τι βρήκε και πώς ζει; Λίγα τα γράμματα και αόριστες οι περιγραφές της κάθε μέρας. Κάτι φωτογραφίες από χορούς της Κοινότητας και του Συλλόγου, κάτι άλλες καλοντυμένη με τη γέφυρα του Σύδνεϋ στο βάθος, κάτι υπερβολές και ψέματα για γιορτές, κοινωνικότητες και πανηγύρια κατάφερε να κρατήσει την εικόνα της ευημερίας και της ευτυχίας για χρόνια. Και βέβαια δεν ζούσε και φτωχά. Ήταν εκείνη η ποιότητα ζωής, που έλειπε. Η Αυστραλία εκείνου του καιρού δεν ήταν μια εξελιγμένη χώρα. Σαν επαρχία ήταν. Μια επαρχία βρετανική. Με τη βρετανική τυπικότητα, την ευγένεια, τα θενκ γιού και αμ σόρυ αλλά και με την απλότητα της επαρχιακής ζωής.  Και οι άνθρωποι του περιβάλλοντος που βρήκε η Αρετή ζούσαν  πολύ απλά, σαν που ήξεραν στο χωριό τους.  Όταν ήταν μόνοι τους, χόρευαν και τη .. νερατζούλα φουντωμένη.  Και κατά κάποιον τρόπο  είχαν το δικό τους κόσμο, τη δική τους κοινωνία, προσέχοντας πάντα να φέρονται ανάλογα έξω. Πήγαιναν στο χορό με σμόκιν οι άντρες, μακριά φορέματα οι κυρίες και  κουβαλούσαν και κεφτεδάκια και μιλούσαν για τις δουλειές τους, τα μαγαζιά τους, τις μπίζινες ! Για τη σερβιτόρα που δεν ήρθε, για τη μίξα που χάλασε…. Θυμάται αυτή την εντύπωση κάπου τον πρώτο καιρό που δεν ήξερε ότι μιλούσαν για το μίξερ, το μηχάνημα που έφτιαχναν  το μίλκ σέικ. Είναι αλήθεια ότι ο Αντρέας έκανε κάθε προσπάθεια να την ευχαριστήσει. Αλλά….φτάνει μόνη της η καλή πρόθεση; Πάντως η καλή εικόνα επέζησε και η κυρία Λουκία καμάρωνε για την αποκατάσταση της κόρης της. Ποιος να πάει και να΄ρθει εκείνα τα χρόνια στην Πατρίδα; Να  μαθευτεί κάτι για την εδώ κατάσταση, λεπτομέρειες της εδώ ζωής;  Ένα μήνα ταξίδι με το πλοίο  να πας, ένα να γυρίσεις κάτι να μείνεις κι εκεί δυο-τρεις μήνες, ποιος μπορούσε να λείψει τόσον καιρό. Και ποιος είχε και τα λεφτά ! Κάποιος που πήγε με λεφτά κι αγόρασε και αυτοκίνητο – μεγάλη πολυτέλεια εκείνο τον καιρό – επικύρωσε την εντύπωση ότι στην Αυστραλία ρέει..…μέλι και γάλα. Ύστερα όλοι έδειχναν το ίδιο στους δικούς τους στην Πατρίδα, το πόσο καλά περνούσαν! Κι εκείνα τα λίγα που έστελναν – όσοι έστελναν – γίνονταν σημαντικά ποσά με την νομισματική διαφορά, τη φτωχή δραχμούλα της εποχής. Και τα χρόνια κυλούσαν…. Η οικονομική κατάσταση του Αντρέα γινόταν όλο και καλλίτερη και η Αρετή προσγειωνόταν στην πραγματικότητα που βρήκε. Και πήραν κι ένα σπίτι ακριβό, σε καλή τοποθεσία  και ήρθε κι ένα παιδί, ένα αγοράκι, καμάρι κι ολοκλήρωση στα όνειρα του Αντρέα. Κι ήρθε ο πόλεμος και κόπηκε η επαφή. Αλλά με τη λήξη του πολέμου έστειλε η Αρετή δέματα ρουχισμού για να επικυρωθεί και να τονωθεί η αισιοδοξία και η  περηφάνια της κυρίας Λουκίας. Κι έρχεται τώρα η εξαδέλφη του Αντρέα για να ταράξει τη γαλήνη της..

«Περάσαμε από το μαγαζί του Αντρέα και ήπιαμε καφέ».

– Από το μαγαζί… Τί ήταν αυτό; Θεέ και Κύριε, κάτι λάθος θα έκανε..…Mαγαζί ! Δεν είναι δυνατόν, δεν άκουσε καλά. Βέβαια η Γεωργία το είπε απλά και σοβαρά.

«Αλλά τι περιμένεις από την παλιο-Γιωργία; Ήξερε να πει καταστήματα; Την είδες; Χωριάτισσα έφυγε, χωριάτισσα ήρθε.

Με το φουστανάκι της, το σταυρουδάκι της λες κι επήγαινε από το χωριό στο κεφαλοχώρι. Κι εκείνη η καρφίτσα, θεέ μου, πόσο κακόγουστη, λες και την πήρε στο πανηγύρι. Ενώ η Αρετή της στις φωτογραφίες, που τις είχε όλες στο κομό, πάντα καλοντυμένη, πάντα να ξεχωρίζει. Πολύ χωριάτισσα, παιδί μου, αυτή η Γεωργία, πολύ μπανάλ. Ακούς μαγαζί ο Ανδρέας … Δεν είναι δυνατόν !» Δεν ζήτησε εξηγήσεις. Φοβόταν μήπως της έλεγε κάτι που δεν ήθελε, δεν θα ήθελε με κανένα τρόπο ν΄ακούσει. Φοβόταν μήπως είναι αλήθεια αυτό το «μαγαζί», προτιμούσε να μην το ξέρει. Δεν θα έδινε το δικαίωμα στην παλιο-Γιωργία. Ούτε και κάθησε πολύ για να μάθει περισσότερα. Πήρε το πρώτο λεωφορείο κι έφυγε. Μόνο πάγωσε. Ξαφνικά, σαν να της έριξαν νερό στην πλάτη. Δεν είπε τίποτα. Σαν μαχαιριά μπήκε στην καρδιά της ένας πόνος. Προσπάθησε μόνο και προσπαθεί ακόμα να το εξηγήσει με το δικό της τρόπο. Να το εξηγήσει; Όχι. Περισσότερο να ξεγελάσει τον εαυτό της.

«Βέβαια έτσι θα είναι.

Στα μεγάλα καταστήματα, ξέρει αυτή, έχουν και κάποιους χώρους για κάτι ελαφρό, ένα απεριτίφ, κάτι πρόχειρο για φαγητό. Είναι τα μεγάλα καταστήματα που έχουν και τα ιδιαίτερα, τα «πριβέ», για οικογένειες, για πρόχειρο φαγητό αλλά και λίγη ανάπαυση από τα ψώνια. Ξέρει αυτή, έχει πάει με τον Αρίστο, τα έχει δει όλα στη Γαλλία. Της είχε πει ο Αρίστος ότι αυτά τα πριβέ κaι τa σεπαρέ  ήτανε και για ζευγάρια, για ερωτικές συναντήσεις. Τα ήξερε ο μπερμπάντης, όλα τα ήξερε.  Κάτι τέτοιο θα εννοούσε η Γεωργία. Κάτι είδος πριβέ. Κάτι τέτοιο θα είχε στις επιχειρήσεις του ο Ανδρέας. Εκεί θα τους δέχτηκε και θα σέρβιραν καφέ. Τα ήξερε αυτή, τα είχε ζήσει στη Γαλλία.  Αχ, το Παρίσι….Θυμάται και αναπολεί και ονειρεύεται.. Εκείνες οι  βιτρίνες, τα μεγάλα χτίρια, τα πάρκα… Αμ, εκείνο το Λούβρο, οι Βερσαλλίες…..Θεέ μου, τι πλούτος, τι ομορφιά, τι Τέχνη… Αυτό είναι. Τα μεγάλα καταστήματα… Αυτό θα εννοούσε η Γεωργία λέγοντας μαγαζί. Κάτι είδος πριβέ».  Ωστόσο η αμφιβολία άρχισε να παρουσιάζεται μπροστά της, όταν έμενε μόνη και να της βγάζει τη γλώσσα κοροϊδευτικά. Ερχόταν και στον ύπνο και ξυπνούσε ταραγμένη. Και πού να κλείσει μάτι μετά…. Κάποιες υποψίες την βασάνιζαν χρόνια τώρα,  γιατί διέβλεπε κάποια κενά στην ανάρια αλληλογραφία, αυτήν την υποτυπώδη επικοινωνία. Είδε και τη συμπεθέρα, τη Γεωργία, μια γυναικούλα λαϊκιά…

-Λες; Η Αρετή μου; Θεέ και Κύριε. Ήταν λοιπόν όλα ένα όνειρο, ένα ωραίο ψέμα;

Γιατί είπε και το άλλο η Γιωργία, πάνω στην κουβέντα, «τα ψάρια που έχω καθαρίσει εγώ..» Τι εννοούσε, ψαρού ήταν εκεί στην ξενητειά; Ανασκαλίζει τα παλιά και κάπου, κάτι την ανησυχεί. Πάντα η Αρετή τα έγραφε ωραία και καλά, πάντα για τους συγγενείς και φίλους, ποτέ όμως για κάποιο σημαντικό πρόσωπο, για οικογένειες κι επιστήμονες. Και ποτέ κάτι συγκεκριμένο για τις επιχειρήσεις. Της είχε γράψει κάτι για συμμετοχή του Ανδρέα σε κάποια επιχείρηση με άλλους συμπατριώτες, μετοχές για κάτι ψαροκάικα, που η Λουκία το έκανε «αλιευτικό στόλο», αλλά δεν το ανάφερε ξανά, ποτέ η Αρετή. Ήταν μια εποχή που ένας νεαρός δικηγόρος, εκείνος ο Γεωργίου, έβαλε πολλούς συμπάροικους , που είχαν μαγαζιά «φις εντ τσιπς», ψαράδικα δηλαδή, να αγοράσουν μια επιχείρηση με ψαροκάικα.Τότε όλοι έχασαν τα λεφτά τους εκτός από εκείνον. Γι αυτό και δεν το ανάφερε ξανά η Αρετή.  Η Λουκία όμως το είχε δέσει σε κόκκινο πανί.

«Ο Ανδρέας, εκτός των άλλων, είναι και σημαντικός μέτοχος σε αλιευτικό στόλο».

Έτσι έκανε πάντα. Έπαιρνε τα ωραία κομμάτια, τα συνταίριαζε κι έφτιανε την εικόνα που την ικανοποιούσε.  Εκείνα τα αμφίβολα, τα προσπερνούσε, τα παράβλεπε. Όμως αυτή η αμφιβολία, που μερικές φορές έπαιρνε μορφή και υπόσταση, βασάνισε  την κυρία Λουκία, για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Δεν ήθελε να την μοιραστεί με κανέναν. Το ήξερε, δεν ήταν αβάσιμη…

«Περάσαμε από το μαγαζί του Αντρέα και ήπιαμε καφέ». Μαγαζί !  Ναι, έτσι το είπε  μ α γ α ζ ί !   Από το μαγαζί… Ένα τεράστιο ερωτηματικό, ένα αγωνιώδες ερωτηματικό εξουσίαζε πια την όλη της καθημερινότητα. Μαγαζί !

Βέβαια έκρυψε την αγωνία της από όλους, ακόμα και από τα παιδιά της. Καθόταν στο παράθυρο για ώρες και κοίταζε πέρα τον ουρανό. Σαν να περίμενε κάτι, σαν να ήλπιζε να δει την οπτασία με τα γαλάζια πέπλα να της χαμογελάει και να την βεβαιώνει πως ναι, η Αρετή ζει μες στα πλούτη της και στα καλά της,  πως όλα είναι ωραία και καλά. Κι άλλοτε αποξεχνιόταν με το όνειρο κι άλλοτε πάλι ζητούσε μια απάντηση, στο μεγάλο ερωτηματικό που τη βασάνιζε. Εκείνο το μυστικό που κατέτρωγε την καρδιά της σαν σαράκι και που δεν μπορούσε ούτε να το αποδιώξει ούτε να το αποδεχτεί. Ζητούσε κάτι να γαληνέψει την αγωνία της. Μια αγωνία, μια αμφιβολία, μια υποψία τυραννική που γινόταν ένα γιγάντιο ερωτηματικό.   Σαν εκείνο της γοργόνας του  μύθου. Ζει ο Βασιλιάς Αλέξανδρος;

 

 

ΣΑΝ ΟΝΕΙΡΟ

Κι άπλωσα γλάρος  τα φτερά

Στο μακρυνό ταξίδι,

Πέρα κι απ΄τον ορίζοντα…

Στην άκρη του κόσμου…

Κι ήρθαν και με συντρόφευαν

Γοργόνες, Νηρηίδες,

Σειρήνες, αφροκύματα..

Κι εκείνη η κουστωδία

Των γλάρων και των δελφινιών.

 

Κι η άλλη των ονείρων.

 

Σαν να΄μαι εκεί στην κουπαστή,

Στην απεραντοσύνη

Του κόσμου και του ωκεανού,

Σαν …αγγελοπαρμένος.

 

Τριανταφυλλένια πρωινά,

μενελιά τα δείλια

κι η ρότα κατά το Νοτιά…

 

Σαν όνειρο, σαν ψέμα.

 

Γρηγόρης Χρονόπουλος

 

Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

Και θα΄ρθει ένα φθινόπωρο με πρωινά κλειστά

Με μεσημέρια πένθιμα και Δύσες ματωμένες

Στα σύρματα χελιδονιών μπουλούκια αραδιαστά

Θα λεν για χώρες μακρινές, χώρες ονειρεμένες

 

Θα είναι ένα φθινόπωρο πνιγμένο στη βροχή

Όπου τα δέντρα ο άνεμος αργά θα ξεχτενίζει

Τα φύλλα κίτρινα θα λεν δεν έχει απαντοχή

Για καλοκαίρια και χαρές, άλλη εποχή αρχίζει.

 

Και θα ΄ρθει ένα φθινόπωρο…Στο τζάμι θ΄αντηχεί

Το πένθιμο  μουρμουρητό που θα τονίζει η μπόρα

Σα ν δάκρυ αποχαιρετισμού, κι εσύ στη σιωπή

Αδάκρυτος κι αγέλαστος, σαν να τα βλέπεις τώρα.

 

Και το ταξίδι σκέφτεσαι, κείνο το μακρινό

Σαν τα πουλά που φεύγουνε τούτη την άδεια ώρα…

Θα΄ναι σαν να φευγες και συ με βήμα σιγανό

Κι ένα τρανό ευχαριστώ, για ό,τι έζησες ως τώρα.

Γρηγόρης Χρονόπουλος

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ

Αν άκουσες το σφύριγμα του πλοίου

Και κρυφομίλησε στ΄ αυτί η ανία

Μην κάθεσαι, μη συζητάς

Τα δεδομένα και τα πρέπει και τα αν.

 

Είναι ακόμα καιρός

Για ένα φθινοπωρινό

μελωδικό τραγούδι.

 

Έρχεται κρύο, πήγαινε

Προτού κλείσει το χιόνι

Όλα τα περάσματα.

 

Εγώ θα μείνω εδώ

Ν΄ακούσω ως το τέλος

Τούτο το μελαγχολικό

Κονσέρτο για βιολί.

 

Γρηγόρης Χρονόπουλος

 

 

ΤΑ  ΠΑΙΔΙΑ  ΕΙΝΑΙ  ΔΙΚΑ  ΜΟΥ του Γρηγόρη Χρονόπουλου

Ήταν σε κείνο το καράβι της μετανάστευσης. Στριμωγμένοι άντρες, γυναίκες και παιδιά, μα περισσότερο νέοι, παλικάρια και κοπέλες της παντρειάς. Ανάμεσά τους κι ο Αλέξης που ξεχώριζε με κείνον τον αέρα που δίνει η πίστη, η αυτοπεποίθηση και η άγνοια της νιότης.

Ήταν σαν το νέο πουλάρι που τρέχει ελεύθερο στον κάμπο. Το μάτι του κοιτούσε με περιέργεια το κάθε τι, με υπεροψία θα έλεγα. Το σώμα του γεροδεμένο, Δουλεμένο όχι γυμνασμένο, είχε μια λεβεντιά σε κάθε του κίνηση, στο περπάτημα, στον τρόπο που κοιτούσε, στις κουβέντες του, ήταν όλος μια λεβεντιά.

Ξεχώριζε ανάμεσα σε κείνα τα παιδιά που πήραν το δρόμο να βρουν τη μοίρα τους κι έρχονταν, το έβλεπες, από μια στερημένη ζωή. Που είχαν στα μάτια τους την περίσκεψη, την απορία και το φόβο για το άγνωστο που πήγαιναν να συναντήσουν.

Εκείνος είχε μια αυτοπεποίθηση, μια πίστη, μια βεβαιότητα.

Ερχόταν σαν κατακτητής κι όχι σαν υποκείμενος, έβλεπε τον εαυτό του να διοικεί, να δίνει διαταγές, να οδηγεί ένα κοπάδι μεγάλο.

Ο Στέλιος τον καμάρωνε και δούλεψαν μαζί τον πρώτο καιρό. Μα ο Αλέξης δεν έμεινε πολύ στο εργοστάσιο, δεν δεχόταν εύκολα οδηγίες και διαταγές. Κι έφυγε και χάθηκαν τα ίχνη τους.

Ήταν κι Δαμιανός, που έκαναν παρέα στο πλοίο και κράτησαν την επαφή αυτοί οι δύο κι έμειναν φίλοι και βλεπόντουσαν συχνά, έγιναν και κουμπάροι αργότερα.

Κι ήρθε η ζωή, η μόνιμη δουλειά, η προκοπή, το προσφερόμενο. Και πέρασαν τα χρόνια.

Και κάποια μέρα συναντήθηκαν στο σούπερμάρκετ, ο Αλέξης με τρία κουτσούβελα, δύο αγοράκια κι ένα κοριτσάκι, σε τάξη και πειθαρχία, πιασμένα από το χεράκι να ακολουθούν το μπαμπά, σιωπηλά και υπάκουα. Κοντά και η μαμά, λιγόλογη και μετρημένη.

Ο χρόνος είχε ζωγραφίσει με λίγο ασήμι τους κροτάφους του  Αλέξη αλλά είχε ακόμα εκείνο το αγέρωχο ύφος.

Χαρές και πανηγύρια που ξανασυναντήθηκαν, είπαν τα της ζωής τους εν ολίγοις, είπαν να ιδωθούνε πάλι καμιά φορά.

– Να η οικογένειά μου, να τα πλούτη μου, είπε στο Στέλιο και στο Δαμιανό. Θα τα σπουδάσω, θα τα κάνω σπουδαίους ανθρώπους. Μια μέρα θα μιλούν όλοι γι΄αυτά τα παιδιά.

Και χώρισαν πάλι και πέρασαν κι άλλα χρόνια χωρίς επαφή.

Ο Δαμιανός, λιγόλογος αλλά στοχαστικός είπε κάτι προφητικό όταν χώρισαν.

– Δεν βλέπω καλή εξέλιξη στην οικογένεια του Αλέξη.

– Γιατί; είπε ό Στέλιος τι το παράξενο;

– Πολλή πειθαρχία, μωρέ παιδάκι μου, δεν βλέπω τα παιδιά να μείνουν για πολύ κάτω από τη μπότα του Αλέξη.

– Μπότα; Είσαι υπερβολικός. Εγώ βλέπω στοργή και πειθαρχία, κάτι που χρειάζεται στη σημερινή νεολαία.

– Μακάρι να έχεις δίκιο, αλλά ο Αλέξης…δεν αντέχεται για πολύ. Τον θυμάσαι στο πλοίο; Πάντα είχε το λόγο, τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Χαριτωμένος, ευχάριστος αλλά… δεν θα ήθελα να είμαι στη δούλεψή του.

Και θυμήθηκαν κάποιες περιπτώσεις, κάποιες εικόνες από το ταξίδι. Που ο Αλέξης ήθελε πάντα να μάθει για το κάθε τι, μια περιέργεια που συχνά γινόταν ενοχλητική. Και πάντα έδινε συμβουλές, κατευθύνσεις και οδηγίες.

Και πέρασαν κι άλλα χρόνια και μεγάλωσαν τα παιδιά του Στέλιου και του Δαμιανού και είχαν κρατήσει εκείνη τη φιλική σχέση που έγινε οικογενειακή.

Και κάποια μέρα, πάλι μαζί συνάντησαν τον Αλέξη. Έναν Αλέξη αλλιώτικο.

Δεν ήταν ατσαλάκωτος όπως πάντα και το μάτι του, εκείνο το περήφανο, το αγέρωχο μάτι του είχε μια αγριάδα.

– Εσείς θα με σώστε, σας θέλω μάρτυρες, εσείς που με ξέρετε, ποσό καλός, πόσο άξιος και στοργικός πατέρας είμαι.

Τον κοίταζαν σαν χαμένοι.

-Κάντα λιανά, δεν καταλαβαίνω τίποτα, του είπε ο Στέλιος. Να σε σώσουμε από τι, μάρτυρες σε τι, σε ξέρουμε.. πόσο;

– Μου τα πήρε κι έφυγε. Μου τα πήρε, τα παιδιά μου, τα δικά μου παιδιά, μου τα πήρε.

– Ποιος στα πήρε τα παιδιά, μωρέ, έπιπλα είναι που στα πήρε;

– Αυτή η κακούργα, αυτή η άτιμη. Αυτή διέλυσε το σπίτι μου, έχει κάνει μάγια και δεν με θέλουνε, τα παιδιά μου, τα δικά μου παιδιά, δεν με θέλουνε…. Κι έτρεμε καθώς μιλούσε με τόσο πάθος, τόσο εκνευρισμό.

– Η μητέρα τους τα πήρε; Πες μας με τη σειρά τι σου συμβαίνει;

– Αυτή, αυτή η άτιμη, τα παιδιά μου, τα δικά μου παιδιά.

Ο Αλέξης, ο τόσο σίγουρος για τον εαυτό του είχε γίνει μπαρούτι και καιγότανε.

– Κάνε υπομονή, ρε Αλέξη, μητέρα τους είναι θα τα φροντίζει τα παιδιά. Μόνο πες μας γιατί έφυγε. Τη χτύπησες, χτύπησες τα παιδιά;

– Ποιο χτύπησα, μωρέ κι εσείς. Αν τις έριξα και δυο-τρεις φάπες τις άξιζε. Ρε, ξέρεις τι είναι η γυναίκα; Σε φέρνει στο αμήν με τη γκρίνια της και με την ξεροκεφαλιά της. Σε φέρνει στο σημείο να την πατήσεις κάτω. Άτιμη ράτσα, πονηρή και διαολεμένη.

– Ναι, αλλά δεν παύει να είναι η μητέρα των παιδιών σου.

– Ποια μητέρα, τα παιδιά είναι δικά μου. Ο άνδρας γεννά η γυναίκα τίκτει. Το χωράφι είναι η γυναίκα, ο άντρας είναι ο σπόρος, ο γεννήτορας.

Και μου τα πήρε η άτιμη. Και τους έκανε και πλύση εγκεφάλου και τα μάγεψε.

Δεν με θέλουνε, καταλαβαίνεις, τα παιδιά μου και δεν με θέλουνε. Εκεί να καταλάβεις τι διάολος είναι η γυναίκα, τι μπορεί να καταφέρει. Να χωρίσει τα παιδιά από τη ρίζα τους.

Σας θέλω μάρτυρες, θα ξαναγίνει δικαστήριο, θα την πάω στο μεγαλύτερο δικαστήριο.

Να πάρω τα παιδιά μου πίσω.

– Και τι να μαρτυρήσουμε, Αλέξη; Ξέρουμε εμείς πως ζεις στο σπίτι σου εσύ; Δεν ξέρουμε ούτε που μένεις. Και τα παιδιά σου τα είδαμε μία φορά μικρά πριν από χρόνια. Τι μπορούμε να πούμε και να μαρτυρήσουμε;

Ο Αλέξης φύσαγε και ξεφύσαγε.

– Οι γυναίκες, αυτές τα κάνουν όλα. Γίνανε και δικηγορίνες, κι έχουν καταφέρει, έχουν έτσι φτιάσει τους νόμους να προστατεύουν πάντα τη γυναίκα. Και παρουσιάζουν πάντα τον άντρα θηρίο και πάντα φταίει ο άντρας και ποτέ δεν αναφέρουν το ότι η γυναίκα του ψήνει το ψάρι στα χείλια με το γρου-γρού και τις σπατάλες της και τις παραξενιές της. Κι αν υψώσει τη φωνή ο άντρας…κοίτα τον πως κάνει.

Έλεγε κι έλεγε κατά των γυναικών και πότε αγρίευαν τα μάτια του πότε γέμιζαν δάκρυα.

Ο Στέλιος κι ο Δαμιανός δεν ήξεραν πώς να αντιμετωπίσουν την κατάσταση και πώς να ξεμπλέξουν  από τον έξαλλο Αλέξη.

Στο τέλος του λέει ο Στέλιος.

-Αλέξη, όλες οι οικογένειες αντιμετωπίζουν προβλήματα και ανάλογες καταστάσεις. Κοίτα να ηρεμήσεις και τα παιδιά σου θα έρθουν πάλι μόνα τους να σε βρουν. Άσε να περάσει η μπόρα, η δύσκολη περίοδος. Τα παιδιά θα γυρίσουν, έτσι είναι τα παιδιά, κρίνουν και κατακρίνουν τους γονείς μέχρι να ωριμάσουν και να δουν την προσφορά των γονέων. Κοίτα να είσαι καλός μαζί τους, παράβλεψε και λίγο, θα γυρίσουν.

Και τον άφησαν με την παρηγοριά και την ελπίδα. Φεύγοντας λέει ο Στέλιος.

– Κακόγλωσσος ήσουνα ή προφήτης;

– Στέλιο μου, άνθρωποι σαν τον Αλέξη δεν συνταιριάζονται εύκολα με τους άλλους ανθρώπους. Γιατί είναι γεμάτοι από τον εαυτό τους, γιατί δεν βλέπουν τους άλλους σαν ίσους, σαν συνανθρώπους. Τους βλέπουν όλους κατώτερους.

Δεν ανοίγουν την πόρτα τους, την καρδιά τους σε καλωσόρισμα, την ανοίγουν για να δώσουν εντολές και κατευθύνσεις.

Κατάλαβες την όλη ιστορία του Αλέξη. Η καημένη η γυναίκα του δεν άντεξε άλλο και πήρε τα παιδάκια της να τα σώσει κι εκείνα από… ποιος ξέρει πόση αυστηρότητα και πόσο ξύλο.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν κατάλαβαν ποτέ ότι αν δεν σεβαστείς δεν θα σε σεβαστούνε.

Κι είναι μόνο να τους λυπάσαι γιατί καταντούν να μένουν στο τέλος μόνοι.

 

Η ΠΑΛΙΑ  ΖΑΚΕΤΑ του Γρηγόρη Χρονόπουλου

Έβρεχε από το πρωί. Μια μέρα από εκείνες τις μελαγχολικές μέρες που σού δίνουν την αίσθηση της γαλήνης, της απομόνωσης, της αυτοσυγκέντρωσης. Η κυρία Ευτέρπη καθόταν δίπλα στο παράθυρο κι έβλεπε τη βροχή σαν ευλογία. Έπλεκε κάτι μωρουδίστικα  καλτσάκια για το τελευταίο εγγονάκι της. Τα ήθελε από τα χέρια της, τα ένιωθε σαν να χάιδευε εκείνα τα τριανταφυλλένια ποδαράκια. Είχε μείνει μόνη από τότε που έφυγε και ο σύντροφός της για το μεγάλο ταξίδι το αγύριστο. Είχε παντρέψει και τα δύο της παιδιά και …..παντρέψει;, είχαν παντρευτεί. Ούτε τη ρώτησαν, ούτε της έπεφτε λόγος. Αλλοι καιροί, άλλος κόσμος. Εκείνη την πάντρεψαν. Θυμάται τη μητέρα της που της είπε. « Η επιλογή του πατέρα σου είναι καλή. Ο πατέρας σου βλέπει το αύριο, είναι καλό παιδί ο Χρήστος και το μέλλον φαίνεται θετικό ». Δεν έχει παράπονο από τη ζωή της, έφαγε γλυκό ψωμί, που λένε και δεν δυσανασχετεί για το σήμερα. Το βλέπει σαν ένα ακόμα κεφάλαιο στο βιβλίο της ζωής. Κι η βροχή να συνεχίζει να τραγουδάει στο τζάμι, η Ευτέρπη να βλέπει σαν χάδι το μαλλί για κείνα τα ποδαράκια κι η μάνα, η θύμηση της μάνας, να της κρατάει συντροφιά. Θυμήθηκε ένα ποίημα που είχε διαβάσει κάποτε, κάπου, ούτε θυμάται λεπτομέρειες και ποιητή. Θυμάται, ήταν μια όμορφη εικόνα, σχετική και παρόμοια μ΄αυτή που ζούσε τώρα. Ο ποιητής έκανε μια ωραία περιγραφή της βροχής, που την έβλεπε να κατεβαίνει σκαλί σκαλί στα φύλλα του δέντρου σαν κυρά και να σιγοτραγουδάει. Και τελείωνε με μια πιο όμορφη εικόνα, τη μητέρα στο παράθυρο να αφήνει εργόχειρο και να σταθεί για λίγο, ν΄ακούσει το τραγούδι της βροχής. Είδε τη μητέρα της σ΄αυτή την εικόνα, την ένιωσε κοντά της κι η ψυχή πλημμύρισε αγαλλίαση. Και ταξίδεψε στο χτες. Την είδε να την χτενίζει και να της δένει κορδέλες στα μαλλιά, την είδε με το γέλιο της, την είδε με την ποδιά της κουζίνας, με την έγνοια της και τη φροντίδα της. Την είδε με το καλό της φόρεμα να πηγαίνει στην εκκλησία, την είδε στον κήπο, την είδε να καθαρίζει φασολάκια, την είδε με τα μάτια φωτεινά στο καλωσόρισμα, με την σκέψη να της αυλακώνει το μέτωπο, την είδε να πλέκει δίπλα στο παράθυρο, μια εικόνα παράλληλη μ΄αυτήν  που ζούσε τώρα. Την ένιωσε τόσο κοντά της. Θυμήθηκε τις συμβουλές της, τη στοργή της, την υψωμένη της φωνή για τις παρεκτροπές της και τη συγχώρεση της τη ολόκαρδη, τη συμπαράστασή της σε κάθε δυσκολία της. Θυμήθηκε  περισσότερο και πάνω απ΄όλα τη ζακέτα που της είχε πλέξει, τότε σαν ήτανε να φύγει για την ξενητειά. «Είναι η αγάπη μου να σε ζεσταίνει» της είχε πει. Την είχε ακόμα εκείνη τη ζακέτα, ήταν η αγαπημένη της. Είχε ρούχα πολλά, χάρηκε και ρούχα και σπίτι κι όλα τα καλά, μα αυτή η ζακέτα ήταν κάτι σεβαστό κι αγαπημένο. Πάλιωσε με τα χρόνια αλλά την είχε σκέπη και παρηγοριά. Την έριχνε πανω της σαν ήταν πικραμένη, την ένιωθε σαν αγκαλιά της μάνας της. Ένιωσε τα ματια της υγρά. Σηκώθηκε και άναψε το καντήλι για τη μητέρα, έτσι σαν χάδι, σαν χαιρετισμό. Ύστερα πήγε στη ντουλάπα και πήρε την παλιά αγαπημένη ζακέτα και τη φόρεσε. Ένιωσε μια χαρούμενη διάθεση, τόσο εσωτερική, τοσο στοργική, σαν παρουσία. Σταύρωσε τα χέρια της κι αγκάλιασε τα μανίκια, τα χάιψε και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Αχ, βρε μητέρα, πόσα σου χρωστάω…. Και δεν είναι οι πόνοι της γέννας μόνο, ούτε το γάλα που με έθρεψες. Είναι και τα πρώτα βήματα που μου έμαθες και πώς να περπατάω και να στέκω στη ζωή, πώς να κρατάω το κεφάλι μου ψηλά, πώς να βλέπω τον κόσμο με καλή διάθεση και με καθαρή συνείδηση. Πόσα σου χρωστάω, μάνα αγαπημένη. Μάνα, Αγάπη ατέρμονη και ακατάλυτη!

Please share

Categories Author
error: Content is protected!