HISTORY OF GREEK THEATRE IN AUSTRALIA

ΠΕΤΡΟΣ ΠΡΙΝΤΕΖΗΣ

Συζήτηση του Γιώργου Μιχελακάκη με τον Πέτρο Πρίντεζη, στο Σίδνεϊ  (Οκτώβριος 1986).

 

Γεννήθηκα στη Ναύπακτο της Αιτωλοακαρνανίας το 1929. Το 1947 μετά τον πόλεμο κατατάχτηκα στο Βασιλικό Ναυτικό, στα υποβρύχια και υπηρέτησα 7 χρόνια. Το 1956 μετανάστευσα στην Αυστραλία. Πόθος μου από μικρός ήταν να ασχοληθώ με το θέατρο. Δυστυχώς οι οικονομικές δυνάμεις δεν μου το επέτρεπαν. Η μητέρα μου χήρα από 28 χρονών με έξι παιδιά οπότε καταλαβαίνετε πως μεγαλώσαμε. Ερχόμενος στην Αυστραλία συνάντησα δύο ανθρώπους.

Ένας από αυτούς ήταν επιχειρηματίας που έκανε τις φιγούρες του Καραγκιόζη σε θέατρο σκιών. Σε ένα πάρτυ που συναντηθήκαμε μου πρότεινε να κάνω κι εγώ μερικές φιγούρες. Εγώ ήμουν λίγο ειδικευμένος στο Σιόρ Διονύσιο, τον Βεζίρη και τον Χατζηαβάτη. Αρχίσαμε να περιοδεύουμε στο Νιούκαστλ, στην Καμπέρα και στο Γούλογκογκ. Η έλλειψη μόνιμου χώρου μας ανάγκαζε να αλλάζουμε στέκι διαρκώς. Συνήθως παίζαμε στα χώλ των εκκλησιών όπως για παράδειγμα στο χωλ της Καθολικής Εκκλησίας στο Castlereagh Street.

Τις παραστάσεις τις διαφημίζαμε στις παροικιακές εφημερίδες. Τότε ήταν “Το Βήμα” και ο Πανελλήνιος Κήρυκας”. Η αντίδραση των συμπαροίκων ήταν θετική. Τους άρεσαν οι παραστάσεις… Τους θύμιζε την πατρίδα και τα παιδικά τους χρόνια.   

Ένα χρόνο αργότερα, το 1957, πέθανε ο συνεργάτης μου… Τότε άρχισα να ασχολούμαι με το θέατρο, ιδιαίτερα την κωμωδία.

Έκανα το θεατρικό μου ντεμπούτο με μια κωμωδία του Δημήτρη Ψαθά στο Lawson Theatre. Tότε το είχε ο Κρις Λούης και οι παραστάσεις γίνονταν Κυριακή, όχι Σάββατο. Μαζευτήκαμε μια ομάδα νέων και δημιουργήσαμε έναν καλλιτεχνικό θίασο, τον οποίο ονομάσαμε Καλλιτεχνικό Ελληνικό θίασο. Ήμουν τότε 27-28 χρονών. Έπαιξα ελάχιστους δραματικούς ρόλους. Αδυναμία μου είναι το θέατρο πρόζας, οι μουσικές επιθεωρήσεις και η σάτιρα.

Το 1958-1959 ανεβάσαμε την κωμωδία “Ο καλός στρατιώτης Σβέικ”. Ήταν πολυπρόσωπη και πολυέξοδη κωμωδία. Με τον Τάκη Καλδή επίσης ανεβάσαμε το Block C του Μυριβήλη.

Εν τω μεταξύ γνώρισα και τον Χρυσόστομο Μαντουρίδη. Ανεβάσαμε πολλά έργα: Το φιόρε του Λεβάντε, Καραγκιόζη επί σκηνής, Το τσαντάκι του Ψαθά και άλλα. Τον Καραγκιόζη τον διασκευάσαμε εμείς από βιβλία που αγοράσαμε τότε. Έχω παίξει σε περίπου 65 έργα.

Δημιούργησα έναν θίασο, τον Ελληνικό Θίασο Αυστραλίας το 1967-1968. Το διάστημα αυτό ήταν το πιο δημιουργικό της θεατρικής μου καριέρας. Συνεργάστηκα με έναν σκηνοθέτη, τον Νίκο Χριστόπουλο από την Γαστούνη. Ο Νίκος ζει στην Ελλάδα πλέον. Ήταν κουρέας στο επάγγελμα. Δεν είχε σπουδάσει σκηνοθεσία αλλά δεν είχε σημασία. Κατά τη γνώμη μου η σκηνοθεσία είναι φαντασία. Συνεργαστήκαμε για 12-15 χρόνια και ανεβάσαμε πολλά έργα. Για τις παραστάσεις μας -τα πρώρα χρόνια- χρησιμοποιούσαμε το χωλ της εκκλησίας του Μπέλμορ. Δεν παίρναμε φράγκο. Τα κέρδη πήγαιναν τα δίναμε δωρεά προς τον Ναό.

Σιγά-σιγά ο κόσμος άρχισε να εκδηλώνει μια προσωπολατρεία και οι συνεργάτες μου με έπεισαν να μετονομάσουμε το θεατρικό σχήμα σε “Θίασος Πέτρος Πρίντεζης”. Όταν το 1974-75 έφυγε ο σκηνοθέτης μας, μου ζήτησαν να αναλάβω σκηνοθεσία. Δεν το δέχτηκα. Δεν μου αρέσει η σκηνοθεσία. Αλλά δεν το επέτρεπαν και οι ελεύθερες ώρες μου. Σε περίπου 60 θεατρικά έργα είχα πρωταγωνιστικό ρόλο και χρειαζόμουν τον ελεύθερο χρόνο μου για να μελετώ το ρόλο.

Είμαι τώρα 56 ετών. Εργάζομαι δύο δουλειές και δεν έχω την πολυτέλεια να παίρνω πλέον πρωταγωνιστικούς ρόλους. Εκτός κι αν ασχοληθώ αποκλειστικά με το θέατρο. Τώρα πλέον προτιμώ τους μικρότερους ρόλους για να μπορώ να τους αποδώσω καλύτερα.

Φέραμε και άτομα από την Ελλάδα για να διδαχθούμε κάτι περισσότερο. Φέραμε τον Ζανίνο, την Καίτη Παπανίκα με την οποία ανεβάσαμε το “Τρελλοκόριτσο”, τον Ιωάννη Παπαδόπουλο με τον οποίο ανεβάσαμε το “Δεσποινής ετών 39”. Η συγκεκριμένη θεατρική παράσταση είχε μεγάλη επιτυχία. Επίσης ανεβάσαμε την “Τουλούμπα” με πρωταγωνίστρια την γυναίκα του που είναι εξαίσιος τύπος, πηγαίο ταλέντο. Κι αυτή η παράσταση άξιζε. Την ανεβάσαμε 9 με 10 φορές στο Τom Mann Theatre. Οι παραστάσεις με ηθοποιούς από την Ελλάδα είχαν μεγάλη επιτυχία αλλά τα έξοδα ήταν τεράστια και το εισιτήριο αναγκαστικά, ακριβό. Για παράδειγμα, η Καίτη Παπανίκα μας στοίχισε ένα εκατομμύριο δραχμές. Επιπλέον ο κάθε ηθοποιός που έρχεται από την Ελλάδα πρέπει να μείνει εδώ τουλάχιστον δεκαπέντε μέρες πριν τις παραστάσεις για να γίνουν οι πρόβες. Η παραμονή αυτή όσο να’ ναι στοιχίζει.

Έχω παίξει σε πολλά θέατρα, κι αυτό είναι ένα μεγάλο πρόβλημα για μας. Δεν έχουμε σταθερό χώρο για τις πρόβες και τις παραστάσεις μας.

Από την ημέρα που ήρθα στην Αυστραλία γίνονται ραγδαίες αλλαγές. Θέατρα δεν υπήρχαν πολλά. Πρόβες κάναμε σε δωμάτια. Καμμιά δεκαριά άτομα, ο ένας πάνω στον άλλον… Κάνε στην μπάντα να περάσω. Ο μετανάστης τότε, δεν είχε πολλές επιλογές… Ο ελληνικός κινηματογράφος έκανε την εμφάνισή του το 1957.

Τριάντα χρόνια αργότερα παρατηρώ μεγάλη κάμψη. Δεν υπάρχει η ηθική και οικονομική συμπαράσταση. Το SBS πλέον προβάλλει τόσα έργα! Υπάρχουν και οι βιντεοταινίες που έχουν σκοτώσει τα πάντα. Το κοινό έχει μειωθεί. Το πολύ να μαζεύονται 2000 σε τέσσερις με πέντε παραστάσεις. Αυτό είναι κάτι που με λυπεί. Ο Έλληνας προτιμά να βλέπει ταινίες στο σπίτι του… Δεν μπορεί να καταλάβει ότι θέατρο και κινηματογράφος είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Το θέατρο είναι άμεσο, είναι ζωντανό… Πρέπει να είσαι ετοιμόλογος, πρέπει να είσαι ικανός να ‘μπαλώσεις’ μια κατάσταση.

Μου ζήτησαν να παίξω και σε καμμιά δεκαριά αγγλικά έργα. Προτιμώ να στέλνω άλλους συναδέλφους. Έχει παίξει στο Cathy’s child. Επίσης στο 27A που γυρίστηκε σε νοσοκομείο ανιάτων. Πήγα να τρελλαθώ κι εγώ τότε. Ο ρόλος ήταν μεταναστευτικός. Δεν ήθελα να παίξω τον Έλληνα. Έπαιξα τον Ιταλό. Ήξερα λίγα ιταλικά, τα θυμήθηκα δηλαδή. Το σενάριο της ταινίας -η οποία παίχτηκε διεθνώς- ήταν να παρακολουθεί μετανάστες που το ρίχνανε στο ποτό, παθαίνανε τα νεύρα τους και τους μάζευε η κλούβα. Το νοσοκομείο ήταν πραγματικό νοσοκομείο ανιάτων. Εγώ ήμουν ένας άνεργος που περιφερόμουν στους δρόμους.

Επίσης έπαιξα έναν σχεδόν πρωταγωνιστικό ρόλο στην σειρά που προβλήθηκε από το κανάλι 2, Pig in a Pong. Tα γυρίσματα γινόντουσαν στο Μπόνται Μπίτς. Έπαιρνα μαζί και τη σύζυγο και το παιδί που ήταν μόλις 20 ημερών.  

Αυτό το διάστημα παίζω στον Καραγκιόζη που ανεβάζει ο Σταύρος Οικονομίδης. Ο Σταυράκης έχει αρχές, έχει οργάνωση. Είναι μόνος του, δεν έχει συνεταίρους στον οικονομικό τομέα. Δυστυχώς στην παροικία μας ισχύει το διαίρε και βασίλευε. Υπάρχουν φιλοδοξίες, μωροφιλοδοξίες που δεν συνταυτίζονται για να γίνει ένας επαγγελματικός θίασος.

Τον Καραγκιόζη τον παίζει ένας μετανάστης. Εγώ παίζω το ρόλο του σιόρ Διονύσιου, τον Νιόνιο από τη Ζάκυνθο. Έχουμε τον μπάρμπα-Γιώργο με τις φουστανέλλες του, εγώ με το ημίψηλο, ο Χατζηαβάτης με τις βράκες του… Ο Καραγκιόζης Μετανάστης!!!

Αφού γίνει η υποδοχή, εμφανίζεται στην καλύβα του Καραγκιόζη και πάνε να ζητήσουν την πλούσια κόρη από το Vaucluse. Έχει μεταναστευτικό χαρακτήρα, συμβάντα από την εδώ ζωή. Όπως για παράδειγμα, παίρνει το πρόβατο και το πάει στο πάρκο για βοσκή.

Συνεργάστηκα με πολλούς σκηνοθέτες. Τον Μαντουρίδη, όπως προείπα. Τον Παϊζη, ο οποίος πέθανε πέρυσι το 1985 σε ηλικία 93 ετών. Τον ανεβάζαμε στα χέρια να μας κάνει πρόβες. Αυτός μάλιστα μου είπε ότι ο πρώτος θίασος στην Αυστραλία ήταν περιπλανώμενος από την Αμερική. Ο Χριστόφορος Νέζερ ήρθε σε επαφή με τον Παϊζη το 1916-1917 και ανεβάσανε μαζί ένα έργο. Η δράση του θεάτρου άρχισε με τα πρώτα μεταναστευτικά ρεύματα μετά το 1950, πριν γίνονταν παραστάσεις στη χάση και στην φέξη.

Θυμάμαι τον Γιώργο Μαυρούδη από την Αίγυπτο. Εργαζόταν στην Τέλεκομ. Ερχόταν τα βράδια σε δωμάτια που κάναμε πρόβες, στο Σάρι Χιλλ, κρυφά από την γυναίκα του. Είχε ανεβάσει ένα έργο, ιδεολογικό το 1942-44 και τον είχαν κλείσει μέσα. Από τότε η γυναίκα του τού είχε πει να μην ξανα-ανακατευτεί. Δεν είχαμε τότε σκηνοθέτη και έτσι δέχτηκε να μας βοηθήσει κρυφά. Ήρθε και είδε το έργο σαν θεατής… Δεν ανέβασε άλλο.. Χαθήκαμε μετά…

Θυμάμαι τον Βάμβαρη… έχει πεθάνει τώρα. Ασχολιόταν με τη μουσική. Ζούσε από τη μουσική… Ήταν πολύ καλός βιολιστής.

Ήταν και ο Γιώργος από τη Σάμο… Και με αυτόν ανεβάσαμε κανά δύο έργα. Ήταν πρωταγωνιστής σε κανά δύο φιλμ στην Ελλάδα, με την Μπέτυ Μοσχονά, τη γυναίκα του Τάκη Μηλιάδη.

Με τον Νίκο Χριστόπουλο, που είναι πιο σύγχρονος σκηνοθέτης συνεργαστήκαμε για πολλά χρόνια και ανεβάσαμε πολλές κωμωδίες.

Αισθάνομαι περήφανος για τα παιδιά που φέραμε κοντά μας με το θέατρο. Επωφελήθηκαν… Έμαθαν πολλά πράγματα, κυρίως να μιλούν καλά τα ελληνικά. Αλλά δεν είμαι αισιόδοξος με τις επόμενες γενιές.

Τουλάχιστον αφήσαμε κάτι στα παιδιά μας… Όπως άφησε ο Μαντουρίδης και ο Παϊζης. Ο Μαντουρίδης ήταν εξαίσιος άνθρωπος. Ήταν φιλάσθενος, πέθανε σε μικρή ηλικία. Ήταν από την Αίγυπτο και πρόσφερε πάρα πολλά στο θέατρο, κυρίως στο δραματικό. Από ότι μας έλεγε συνεργάστηκε με επαγγελματικούς θιάσους, με την Βέμπο. Μεταβίβασε λοιπόν σε μας ό,τι ήξερε. Δίδαξε τραγωδία…

Θυμάμαι την πρώτη φορά που έπαιξα με τον Τάκη Καλδή. Ήταν στο καμαρίνι και έπαιζε χαρτιά -όχι με χρήματα-. Απλά για να περάσει η ώρα μέχρι να βγει. Εγώ ήμουν ήδη στη σκηνή. Περίμενα τον Τάκη να βγει… τίποτα. Πήγαινα στο πλάι της σκηνής, έξυνα τα γένια μου… ήμουν ντυμένος παπάς… Ρε Τάκη βγες… και δώστου να ξύνω τα γένια μου… Τελικά επενέβη ο διευθυντής σκηνής και τον έβαλε μέσα. 

Ο Πατρικαρέας μας είχε επιτρέψει να ανεβάσουμε το “Πέτα τη φυσαρμόνικα Πεπίνο”. Εγώ ήμουν ο πρωταγωνιστής. Έπαιζε και ο Τάκης Θεοχαρίδης που έχει εγκαταλείψει τώρα το θέατρο. Έκανα τον Ιταλό, έπαιζα τη φυσαρμόνικα και αναπολούσα τα παλιά. Με τη φυσαρμόνικα έβρισκα κουράγιο για τη ζωή. Τραγουδούσα μέσα από τη φυσαρμόνικα. Δεν ήξερα… έμαθα. Ο Πατρικαρέας ήθελε συγκεκριμένα τραγούδια. Κάποια στιγμή ο Τάκης ήθελε να πάει προς νερού του… Έτρεμε… Τι να κάνω, μονολογούσε ο καημένος. Είχαμε καθυστερήσει κιόλας. Ο Χρυσόστομος του λέει “κάντα πάνω σου”. Βγήκε ο άνθρωπος και τρέμανε τα πόδια του.

Ένα άλλο γεγονός που θυμάμαι έντονα είναι ένα ατύχημα που έγινε. Ήμασταν στο Lawson Theatre και θα ανεβάζαμε ένα έργο του Ψαθά. Το Λόουσον είχε το πανί του κινηματογράφου. Δεν είχε αυλαία. Βρήκαμε κουρτίνες και ανέβηκε ψηλά ένα παιδί να βιδώσει το σίδερο. Κάπως έκανε και παραπάτησε… Έπεσε! Τα χάσαμε. Δεν ανέπνεε… Εγώ και ο Κίκης ο Ευθυμίου τον πήραμε με ένα Χόλντεν. Ήταν 11.30 το βράδυ, τον κρατούσα ξάπλα. Είχε ένα μεγάλο καρούμπαλο. Όταν άρχισε να κάνει εμετό συνειδητοποιήσαμε ότι ακόμα ζούσε. Τον είχαμε για πεθαμένο. Τα αίματα που τρέχανε ήταν από δόντια που είχανε σπάσει. Εγώ νόμιζα ότι είχε πάθει εσωτερική αιμορραγία. Φοβηθήκαμε κιόλας γιατί παίζαμε παράνομα. Τον κινηματογράφο μας το είχε νοικιάσει ο Κρις Λούης παράνομα. Τον πήραν οι νοσοκόμοι. Εμείς πήγαμε πίσω να συνεχίσουμε. Ειδοποιήσαμε βέβαια την αδελφή του που έμενε κοντά…

Τι να κάνουμε τώρα; Πώς θα παίζαμε το έργο. Το παιδί είχε βασικό ρόλο. Πώς μπορούσε κάποιος να μάθει τα λόγια του σε πέντε με έξι ώρες;

Κι όμως… το παιδί αυτό ήταν ήρωας. Βγήκε από το νοσοκομείο το μεσημερι. Ακυρώσαμε τη μεσημεριανή παράσταση.

Πήραμε κόλλα και κολλήσαμε τα μαλλιά του -είχα μακριά ξανθά μαλλιά- πάνω στο καρούμπαλο για να το καλύψουμε. Βγήκε και έπαιξε. Πιο τέλεια και από τις πρόβες. Συγκινήθηκα. Πήγα και τον φίλησα. Ήταν τυχερός που έζησε μετά από τέτοιο πέσιμο.. Με αυτό που ανέφερα, θέλω να πω, ότι με το ερασιτεχνικό θέατρο χρειάζονται υπεράνθρωπες θυσίες…

 

ΛΑΜΠΗΣ ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ | MΕΡΟΣ ΙΙ

Ο Λάμπης Πασχαλίδης έγραφε χρονογραφήματα και τεχνοκριτικά κείμενα σε διάφορα έντυπα της Αλεξάνδρειας: Ταχυδρόμος, Φως, Κάϊρο και Κλειώ. Η πολιτιστική δραστηριότητα της Αλεξάνδρειας την εποχή εκείνη ήταν μεγάλη.

Θυμάμαι διάφορα άρθρα μου… Ένα αφορούσε τον Κώστα Προυσή, έναν Κύπριο καθηγητή που είχε εκδώσει βιβλία και του έκανα κριτική. Επίσης της ποιήτριας Ευγενίας Παλαιολόγου, σήμερα Πετρόγκα, που ζει στην Κύπρο. Της Λουκίας Μάρβα, Αλεξανδρινή λογοτέχνης, κωφάλαλη. Όταν πήγα να την συναντήσω, η συνεννόηση μεταξύ μας γινόταν με γραπτά.

Στο Κάϊρο υπήρχε ένα κέντρο διανοουμένων, το «Εντευκτήριο Καϊρου» που φιλοξενούσε και πολλούς διανοούμενους από την Ελλάδα. Τα μέλη μεταξύ τους λεγόντουσαν εταίροι. Μεταξύ των εταίρων ήταν ο Νίκος Νικολαϊδης (συγγραφέας), ο Λουκάς Χριστοφίδης (ποιητής), ο Θεόδωρος Αυλωνίτης ο οποίος έλεγε πως εφηύρε το αεικίνητο, ο Σακελλαρόπουλος, ο γιατρός Γιαννώλας, ο γιατρός Διαμαντής, ο πρόδρομος του Ελληνικού Σοσιαλισμού Γιώργος Σκληρός, ο Σταύρος Καρακάτσης (ποιητής), ο Άρτεμις Ψύχας που έγραψε το περίφημο βιβλίο «Από την Ιβηρική Χερσόνησο» και πολλοί άλλοι.

Ο Αυλωνίτης είχε στείλει επιστολή στον Αϊνστάιν, για να του εξηγήσει την εφεύρεση του αεικινήτου. Ο Αϊνστάιν τον κάλεσε στο Παρίσι, για να το συζητήσουν, πράγμα που σημαίνει ότι η πρόταση ήταν ενδιαφέρουσα. Όταν πήγε στο Παρίσι και εξηγήσανε τα διάφορα  καθέκαστα, αποδείχθηκε μία λεπτομέρεια που κατέρρεε την θεωρία του αεικινήτου. Και συγκεκριμένα η λεπτομέρεια αυτή ήταν στο πού θα πηγαίνανε τα νερά, γιατί η υπόθεση του αεικινήτου βασιζόταν σε ένα μαγγανοπήγαδο που ένας κάδος έριχνε το νερό στον άλλο κάδο και έτσι γινόταν η περιστροφή. Αλλά δεν μπορούσε να εξηγήσει πού θα πηγαίνανε τα νερά αυτής της όλης διαδικασίας.

Είχαμε έναν άλλον, τον Σακελλαρόπουλο ο οποίος έκανε μιαν ελαφρά διόρθωση στον Νόμο του Νεύτωνος.

Είχαμε έναν άλλον, τον γιατρό Γιαννώλα που ήταν ο πρώτος Έλληνας που θέσπισε το άτονο γράψιμο της ελληνικής γλώσσας.

Eίχαμε έναν άλλον, τον γιατρό Διαμαντή ο οποίος εφεύρε τον ορό της Μπιλχάρτσιας. Ήταν μια ασθένεια του Nείλου. Όταν οι Αιγύπτιοι πηγαίνανε να πλύνουνε τα ρούχα στον Νείλο, έμπαιναν στους πόρους των ποδιών κάτι βακτηρίδια που έφταναν στην ουροδόχο κύστη, κατέτρωγαν τα εσωτερικά τοιχώματα και οι αραπάδες οι περισσότεροι ουρούσαν αίμα. Ο γιατρός Διαμαντής βρήκε την ένεση tartar emetic και με αυτήν σώθηκαν οι Aιγύπτιοι από την μπιλχάρτσια.

Επίσης είχαμε τον πρώτο σοσιαλιστή της Ελλάδας, τον  πρόδρομο του Ελληνικού Σοσιαλισμού, τον Γιώργο Σκληρό ο οποίος ήταν σε ένα προάστειο του Καϊρου, το Ζειτούν και εκεί έγραψε το περίφημο βιβλίο του.

Θυμάμαι τη στιχομυθία ενός ηλικιωμένου γιατρού, του Χαράλαμπου Πυλαρινού… Συζητούσαν δύο στο Εντευκτήριο Περί Υπάρξεως Θεού. Ο ένας υποστήριζε ότι υπάρχει, ο άλλος όχι. Ο Πυλαρινός όπως καθόταν μισοκοιμισμένος στην πολυθρόνα του, πετάχτηκε κάποια στιγμή και είπε:

  • Βρε… εσύ ξέρεις τι κάνεις τώρα;
  • Τί κύριε Καθηγητά;
  • Είναι σαν να είσαι μικρόβιο στην κοιλιά μου και να αμφισβητείς την ύπαρξή μου!

Ο Λάμπης Πασχαλίδης έφτασε στη Μελβούρνη, τον Ιανουάριο του 1955 με το Σουηδικό καράβι Seven Seas που είχε γερμανικό πλήρωμα. Στην συνέχεια επιβιβάστηκε σε τραίνο και ήρθε στο Σίδνεϊ.

Αποφάσισα να μεταναστεύσω στην Αυστραλία, γιατί εδώ ήρθαν οι φίλοι μου.Την παραμονή που έφευγε ο Μαντουρίδης κάναμε ένα πάρτυ στο σπίτι του Φώτου του Σταύρου και αλληλοϋποσχεθήκαμε ό,που βρεθούμε στον κόσμο και είναι καλή η ζωή, να ενημερώσουμε τους άλλους που μείνανε πίσω και να τους τραβήξουμε στον τόπο αυτό! Έτσι κι έγινε. Όταν βαρέθηκα στην Αλεξάνδρεια έγραψα γράμμα στον Φώτο Σταύρου που εργαζόταν στο Προξενείο και του ζήτησα να με βοηθήσει να μεταναστεύσω στην Αυστραλία. Πράγματι, το παιδί έκανε τα διαβήματα και με έφερε. Η πρώτη μου εντύπωση για την Αυστραλία δεν ήταν καθόλου καλή. Έβρεχε δύο μήνες συνέχεια!

Τότε στο Σίδνεϊ υπήρχαν μόνο δύο εφημερίδες: ο Πανελλήνιος Κήρυκας του Γρίβα, και το Εθνικό Βήμα του Θάνου Νικολαϊδη. Δεν υπήρχε περιοδικό. Την Τρίτη εφημερίδα την δημιούργησα εγώ και η γυναίκα μου. Ήταν η «Κυριακή» και το πρώτο φύλλο κυκλοφόρησε στις 9 Αυγούστου 1959.

Δεν υπήρχε μεγάλη καλλιτεχνική κίνηση τότε στο Σίδνεϊ. Υπήρχε το Συγκρότημα Ελλήνων Καλλιτεχνών με ιδρυτικά μέλη τον Καλδή, την Ζαροκώστα.. Ο Παϊζης σκηνοθετούσε κάποια έργα και μάλιστα υπήρχε το χαρακτηριστικό εκείνο που αποδίδουν στον Παϊζη ότι στις πρόβες πήγαινε με μια σφυρίχτρα για να τους βάζει σε τάξη.

Στις πρώτες δεκαπέντε μέρες, ανέβασα ένα έργο «Το μικρό Καλύβι» για μία βραδιά στο WYCA στο οποίο έπαιξαν η Μέλπω Ζαρόκωστα, ο Ανδρέας Διαμαντίδης (πρώτος σύζυγος της Ζαρόκωστα) και ο Μαντουρίδης. Μετά από μερικούς μήνες ανέβασα πέντε μονόπρακτα στο Ωδείο (Conservatorium), από τα οποία τα τέσσερα ήταν δικιάς μου συγγραφής. Ένα από τα μονόπρακτα ήταν το «Σπιανιόλικο ήταν» και το αναφέρει ο Γιώργος Καναράκης στο βιβλίο του.

Ο ελληνισμός της Αυστραλίας δεν είναι θεατρόφιλος. Πάνε άμα ακούσουνε κανένα μεγάλο όνομα από την Ελλάδα. Στην Αλεξάνδρεια αντιθέτως, όποιος θίασος και νάτανε, υπήρχε μεγάλη προσέλευση κοινού. Τότε που έγινε ο διαγωνισμός επιθεωρησιογραφίας, έλαβαν μέρος 39 συγγραφείς από την Ελλάδα και την Αίγυπτο. Τότε πήρα το πρώτο βραβείο για μια επιθεώρησή μου που είχε τον …αντιαισθητικό τίτλο «Όλα τα άπλυτα στη φόρα». Ήταν καμμιά δεκαριά γυναίκες και πλένανε ρούχα στο Νείλο και λέγανε τα «άπλυτα» της κοινωνίας. Η Μαρία Καλουτά έκανε το αλητάκι και έλεγε στον κόσμο τις αιτίες που παραμένει αλητάκι. Ένα άλλο περίφημο νούμερο το είχε η Ρένα Ντόρ που έπαιζε τον μαύρο μεθυσμένο. Ήταν υποχρεωμένη να βάφεται και να ξεβάφεται. Είχαμε καυγάδες!!! Η Καλουτά παραπονιόταν γιατί να βγαίνει με τα σκισμένα ενώ οι άλλες με τις τουαλέτες, η Ρένα δεν ήθελε να βάφεται… Επενέβη ο μακαρίτης ο Τάκης Μουζενίδης ο οποίος σκηνοθέτησε για πρώτη φορά στη ζωή του επιθεώρηση και τους είπε να μην ξεχνούν το θεσμό που λέγεται «άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ηθοποιού». Τους είπε λοιπόν… Γιατί φέρνετε αντίρρηση στον Πασχαλίδη επειδή είναι Αιγυπτιώτης; Θα λέγατε ‘όχι’ στον Γιαννουκάκη, στον Σίσβιο, στον Γιαλαμά, στον Ασημακόπουλο; Θα σας παίρνανε την άδεια αμέσως! Έτσι σταματήσανε να φέρνουνε αντιρρήσεις, συνετιστήκανε και παίξανε τους ρόλους τους. Είχαμε θίασο με τέσσερις πρωταγωνίστριες που η καθεμιά στην Ελλάδα είχε δικό της θίασο.

Η μόνη συνεργασία μου με τον Χρυσόστομο Μαντουρίδη ήταν τότε με την «Εκάβη», που τον έκανε και σκηνοθέτη.  Στο Σύλλογο Αποφοίτων της Αμπετείου Σχολής υπήρχαν σημαντικά στελέχη όπως ο Φώτο Σταύρου (που είχε δύο ρόλους), η Ελένη Βοϊσκου, ο Κρέων Μεταξάς. Ο χορός του δράματος αποτελείτο από κορίτσια διανοούμενα: Πίτσα Κιρκιρίδου, Αλεξάνδρα Γρηγοράκη, Καλλισθένη Δημητριάδου. Ο Μαντουρίδης ήταν κανά δύο-τρία χρόνια μεγαλύτερός μου. Το λέω αυτό γιατί στην Αμπέτειο ήταν δύο-τρεις τάξεις πάνω από μένα. Αλλά νωθρός, αργός. Κοντούλης με κοιλιά. Γεννήθηκε στο Κάιρο. Οι γονείς του ήταν από την Κύπρο.  

 

 

 

 

MΕΡΟΣ ΙΙ

Από τη δεκαετία του 1950 παρατηρείται μια ανανέωση στην παροικιακή θεατρική κίνηση του Σίδνεϊ.  Αυτό οφείλεται κυρίως σε τρία πρόσωπα που μετανάστευσαν από την Αίγυπτο: Χρυσόστομος Μαντουρίδης, Φώτος Σταύρου και Λάμπης Πασχαλίδης. Ήταν και οι τρεις απόφοιτοι της Αμπετείου Σχολής και μετά από προτροπή του Μαντουρίδη ανέβασαν την Εκάβη το 1941 στο Κάιρο, με μεγάλη επιτυχία. Η συνεργασία Μαντουρίδη – Φώτου συνεχίστηκε, ενώ ο Πασχαλίδης πήγε στην Αλεξάνδρεια και ασχολήθηκε επαγγελματικά με το θέατρο.

Ο Μαντουρίδης και ο Φώτος μετανάστευσαν στην Αυστραλία το 1949 με ένα μήνα διαφορά. Τον Γενάρη του 1955 έφτασε στο Σίδνεϊ και ο Λάμπης Πασχαλίδης.

Στο πρώτο μέρος της ιστορίας του παροικιακού θεάτρου ξεκινήσαμε την αναδρομή με ένα άρθρο του Τάκη Νεράτζη, που γράφτηκε λίγο μετά το θάνατο του Χρυσόστομου Μαντουρίδη, το 1980. Κι ενώ το συναισθηματικά φορτισμένο άρθρο μιλούσε για συνέχιση του έργου του Μαντουρίδη -βάση των δηλώσεων των προσώπων που παραβρέθηκαν στα εγκαίνια της Εστίας- η διάσπαση δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή της.

Για να καταλάβουμε περισσότερο τα γεγονότα εκείνης της εποχής, ανατρέξαμε στο αρχείο του Γιώργου Μιχελακάκη ο οποίος έκανε μια αντικειμενική προσέγγιση της ιστορίας του παροικιακού μας θεάτρου. Άφησε τους καλλιτέχνες να μιλήσουν για τη ζωή, τα συναισθήματα και τις θεατρικές τους εμπειρίες. Έχουμε στη διάθεσή σας μια σειρά από μαγνητοσκοπημένες συζητήσεις με πρόσωπα του παροικιακού μας θεάτρου, τις οποίες και θα δημοσιεύουμε σε συνέχειες.

Θα ξεκινήσουμε με το πρώτο μέρος της συζήτησης του Γιώργου Μιχελακάκη με τον Λάμπη Πασχαλίδη που έγινε το Νοέμβριο του 1986. Η εναλλαγή πρώτου και τρίτου προσώπου γίνεται για ευνόητους λόγους γιατί όπως προείπαμε οι μαγνητοσκοπήσεις είναι υπό τύπου συζητήσεων και όχι συνεντεύξεων.

ΛΑΜΠΗΣ ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ

Ο Λάμπης Πασχαλίδης γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου το 1914. Είχε άλλα δύο αδέλφια, τον Τάκη που ήταν καταξιωμένος τραγουδιστής και μία αδελφή που απεβίωσε σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών. Ο πατέρας του ήταν από την Ξάνθη και στο Κάιρο πουλούσε τσιγάρα στην αλυσίδα καταστημάτων Γκρόπι. Η μητέρα του ήταν από το Κουσάντασι της Μικράς Ασίας. Ο Λάμπης Πασχαλίδης ήταν απόφοιτος της Αμπετείου Σχολής. Ξεκίνησε τη θεατρική του καριέρα -εντελώς τυχαία- σε ηλικία 23 ετών, όταν ένας Καϊρινός Θίασος του ζήτησε να παίξει σε ένα σπανιόλικο έργο με τίτλο “Για την αγάπη της”.

Σε αυτό το έργο έγιναν πολλά ευτράπελα.

Από ότι θυμάμαι, πρωταγωνιστής ήταν ο Γιώργος Ζαπάντης που σήμερα βρίσκεται στην Αθήνα. Παλιός καλός μου φίλος, τενόρος, ήταν στη χορωδία που είχαμε. Έπαιζε το ρόλο του Χουάν και το αφεντικό του λιγουρευόταν τη γυναίκα του, τη Ρόζα. Το αφεντικό τον έστειλε σε άλλη πόλη για να έχει το πεδίο ελεύθερο. Γυρίζει ξαφνικά ο Χουάν και τους βρίσκει σε γλέντι που είχε διοργανώσει το αφεντικό να κάθονται αγκαλιασμένοι. Την αρπάζει από το χέρι, την τραβάει και λέει στο αφεντικό του… Νάτηνε η Ρόζα, όποιος την λαχταρά και την ποθεί δεν έχει παρά να βγει κατόπιν της. Αλλά για να πάει κοντά της πρέπει να περάσει κάτω από αυτή την πόρτα και σε αυτή την πόρτα στέκομαι εγώ.

Κάνει μία κίνηση με τα χέρια του και έπεσε ολόκληρο το σκηνικό. Φανήκαν από μέσα οι άλλες κοπέλες… άλλες ντυνόντουσαν, άλλες ήταν ξεβράκωτες.

Χάλασε ο κόσμος από τις φωνές και τα γέλια…

Το 1941, όταν είχε ξεσπάσει ο πόλεμος, ο Χρυσόστομος Μαντουρίδης ήθελε να ανεβάσει την Εκάβη του Ευριπίδη, μέσω του Συλλόγου των αποφοίτων της Αμπετείου Σχολής. Οι πρόβες κράτησαν ένα χρόνο. Ήταν απαιτητική και μεγάλη τραγωδία. Πρωταγωνίστρια ήταν μια δεκαοχτάχρονη τότε κοπέλα, η Eλένη Bοΐσκου που είναι μια καταξιωμένη και πολυγραφώτατη συγγραφέας. Σύζυγός της ήταν ο περίφημος ποιητής Αντώνης Μάρκαλης, καλός φίλος του Λάμπη που απεβίωσε το 1984.  Στην τραγωδία αυτή έλαβε επίσης μέρος ο Φώτος Σταύρου ο οποίος είχε δύο ρόλους, όπως και ο Λάμπης. Ο Φώτος έπαιξε το ρόλο του Οδυσσέα και του Ταλθύβιου (ένας από τους κήρυκες-αγγελιαφόρους του Αγαμέμνονα κατά τον Τρωικό Πόλεμο) ενώ ο Λάμπης είχε κι αυτός δύο ρόλους, του Πολυμήρτωρ και του ίσκιο του Πολύδωρου. Ο Χρυσόστομος Μαντουρίδης αποφάσισε να ανεβάσει κι άλλο έργο, αλλά ο Λάμπης προείδε ότι οι πρόβες θα βαστούσαν και πάλι ένα με δύο χρόνια και έτσι τα παράτησε και πήγε στην Αλεξάνδρεια όπου και “επαγγελματώθηκε” στο θέατρο.

 

Αλεξάνδρεια

Στην Αλεξάνδρεια ‘διοργανωνόντουσαν’ θίασοι κάθε λίγο και λιγάκι. Αλλά κι εκεί παρόλο που το ελληνικό κοινό ήταν περισσότερο θεατρόφιλο από αυτό του Καϊρου, κάθε έργο παιζόταν μόνο δύο με τρεις βραδιές. Πολύ σπάνια να δινόταν και τέταρτη παράσταση.  Υπήρχαν δύο θέατρα ελληνικής ιδιοκτησίας. Το Μουασάντ που το είχε ο Κίμωνος Αρολίδης και το Λούνα Πάρκ του Βασίλη Αθανασόπουλου, που ήταν μεγάλο, ανοικτό θέατρο, στο οποίο έπαιξαν όλοι οι αθηναϊκοί θίασοι που ερχόντουσαν στην Αίγυπτο. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια του πολέμου είχε έρθει η Σοφία Βέμπω με τον Μίμη Τραϊφόρο, πήρανε διάφορους στρατιώτες και σχηματίσανε θίασο. Η Βέμπω έμεινε στην Αλεξάνδρεια το μεγαλύτερο διάστημα της Κατοχής της Ελλάδος.

Την πρώτη του επιθεώρηση με τίτλο “Πολεμική Φαντασία” ο Λάμπης την ανέβασε στο Λούνα Πάρκ με την Αλίκη, τη μικρότερη αδελφή της Σοφίας Βέμπω.

Οι επιθεωρήσεις δεν έχουν ενιαίο θέμα. Ήταν διάφορα νούμερα. Μεταξύ αυτών ήταν και η Λογοκρισία. Στη Λογοκρισία έβγαινε μια γριά αναμαλιάρα κι έλεγε “τι κατάσταση φρικτή, να έρχεται η πεθερά να σου κόβει την ουρά …χράπ”. Είχε ένα μεγάλο ψαλίδι κι έκοβε τα νοήματα.

Στην πρόζα (πρόζα λέμε αυτό που χωρίζει τα τραγουδιστικά μέρη και που εξηγεί ας πούμε το περιεχόμενο του νούμερου), έγραφε λέει κάποιος Ιταλός από την Αιθιοπία:

Εδώ στο στρατόπεδο τα ίδια και τα ίδια

Μας κοροϊδεύουνε πολλοί με διάφορα παιχνίδια

Μόνο που οι Αβυσσινοί μας κόψανε τα …. (χράπ)

 Η επιθεώρηση ανέβηκε τρεις φορές. Όλοι οι θίασοι που ερχόντουσαν από την Ελλάδα φροντίζανε να βάζουνε και κάτι ντόπιο. Μεταξύ των ντόπιων συγγραφέων ήταν και ο Λάμπης, ο οποίος μάλιστα σε διαγωνισμό  επιθεωρησηγραφίας κέρδισε το πρώτο βραβείο. Η επιθεώρηση παίχτηκε στο μεγάλο θέατρο του Λούνα Παρκ παρουσία 2.500 ατόμων. Στο θίασο αυτό έπαιζαν οι αδελφές Καλουτά, η Μαρίκα Κρεβατά, η Ρένα Ντόρ, ο  Λιβαδείτης, ο Δούκας, ο Ραφαήλ Ντενόγιας (τενόρος), ο Άγγελος Γριμάνης (χορευτής) με την Σάσα Ντάριο (Πρωτονοτάριου). Άλλοι ντόπιοι, Έλληνες συγγραφείς –που έγραφαν κυρίως επιθεωρήσεις εκείνη την εποχή- ήταν ο Στέλιος Χριστοφίδης που πέθανε στην Αθήνα περίπου το 1983-84, ο Αντώνης Πλωμαρίτης (παραγωγός δίσκων) και άλλοι.

Ο Λάμπης Πασχαλίδης έγραψε και παρουσίασε 42 επιθεωρήσεις στην Αίγυπτο. Επίσης μετέφρασε το Μικρό Καλύβι του Αντρέ Ρουσσέν, Νίνα του Αντρέ Ρουσσέν, το Death takes a Holiday, το περίφημο ιταλικό έργο του Alberto Casella (στα ιταλικά γνωστό ώς La Morte in Vacanza) το οποίο μετέφρασε ως Η Αυτού Μεγαλειώτης ο Θάνατος διασκεδάζει. Για το υπέροχο αυτό παραμυθόδραμα πλήρωσε 75 λίρες μόνο για φωτισμό αλλά τα έξοδα βγήκαν γιατί το παρουσίασε σαν τιμητική του βραδιά και μαζεύτηκε πολύς κόσμος.

Ο Λάμπης Πασχαλίδης παρατήρησε ότι το θέατρο είχε εκπέσει και έψαξε να βρει τις αιτίες. Είδε λοιπόν ότι ο κόσμος δεν πήγαινε να δεί θέατρο, πρώτον γιατί δεν υπήρχε σκηνικό διάκοσμο, δεύτερον οι ηθοποιοί δεν ξέρανε τους ρόλους τους (δικαιολογημένα γιατί στην Αλεξάνδρεια εκείνη την εποχή ένα έργο δεν κρατούσε παρά δύο με τρεις παραστάσεις), τρίτον γιατί δεν υπήρχαν σκηνικά επειδή ήταν πολυδάπανα. Έτσι λοιπόν διοργάνωσε περιοδεία σε όλη την Αίγυπτο, την Κύπρο, την Παλαιστίνη, το Χαρτούμ. Έδωσε 282 παραστάσεις σε χωριά, πόλεις και κωμοπόλεις. Ήταν μία ολιγοπρόσωπη κωμωδία περιεχομένου, με διδάγματα. Ο κύριος, η κυρία και ο εραστής. Το ρόλο του κυρίου τον έπαιζε ο ίδιος, την κυρία έπαιζε η πρώτη σύζυγός του και τον εραστή τον έπαιξε στην αρχή (στην Αίγυπτο) ο Νίκος Αρμαδώρος, πολύ καλός του φίλος και ηθοποιός.

Στην Αυστραλία το ρόλο του εραστή τον έπαιξε ο Ανδρέας Διαμαντίδης, ο σύζυγος της Μέλπως Ζαρόκωστα στην πρώτη παράσταση που έγινε στο θέατρο WYCA.  Το έργο αυτό ανέβηκε και το 1978 στο Elizabethean theatre (πριν καεί) παρουσία 2000 ατόμων ως αποχαιρετιστήρια παράσταση για την πολύχρονη προσφορά του στη δημοσιογραφία και το θέατρο.

 

Συνεχίζεται…

 

Σημείωση: οι συζητήσεις με τα πρόσωπα γίνονται χωρίς προσθήκες ή διορθώσεις. Εάν κάποιος συμπάροικος επιθυμεί να συμπληρώσει / διορθώσει κάποια λεπτομέρεια για να συνθέσουμε το πάζλ του παροικιακού μας θεάτρου παρακαλώ επικοιωνήστε με την Άννα Αρσένη στην ηλεκτρονική διεύθυνση anna.arsenis@gmail.com

 

 

 

Μέσα από τις σελίδες του AustralianHellenism ξεκινά ένα ταξίδι στο χρόνο για την ιστορία του παροικιακού μας θεάτρου.  Θα σταθούμε σε κάποια γεγονότα που θα μας βοηθήσουν να καταλάβουμε το πνεύμα και τις ανάγκες εκείνης της εποχής. Σε αυτό το ταξίδι στο χρόνο θα χρειαστώ τη βοήθεια όλων για να συνθέσουμε μαζί το πάζλ της ιστορίας.

Επιμέλεια: Άννα Αρσένη

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Σήμερα, το ταξίδι στο χρόνο φύσηξε κατά Μάρικβιλ μεριά… Περιπλανιέμαι στο Ιλλαγουάρα ρόουντ. Βλέπω κόσμο να πηγαίνει προς ένα συγκεκριμένο σημείο, εκεί που είναι η αγγλικανική εκκλησία.

Σαν να μου φαίνονται Έλληνες…

Νούμερο 433.

Βλέπω ένα ελληνικό μανάβικο…

Μα… ο κόσμος κατευθύνεται αλλού.

Ακολουθώ το διάδρομο, ανεβαίνω τη σκάλα και βρίσκομαι ανάμεσα σε πολλούς Έλληνες. Κοιτάζω σα χαμένη. Στον τοίχο υπάρχει ένα πορτρέτο κάποιας σεβάσμιας μορφής  που δείχνει να ατενίζει το μέλλον… Δίπλα μου ένας κύριος με χαρτί και μολύβι. Γράφει… Γράφει βιαστικά.

Συγνώμη, τον ρωτάω διστακτικά. Ποιανού είναι το πορτραίτο; Γιατί τόσος κόσμος;

Το δημοσιογραφικό του δαιμόνιο κατάλαβε ότι είμαι ταξιδιώτισσα στο χρόνο.

Με ένα αχνό χαμόγελο στα χείλη, μού συστήθηκε.

Είμαι ο Τάσος Νεράτζης. Γράφω τη στήλη μου ‘λεύτερη σκέψη’ για τον Πανελλήνιο Κήρυκα. Έχεις έρθει -από ότι καταλαβαίνω εντελώς τυχαία- στα εγκαίνια της Εστίας. Πάρε ένα ποτό και διάβαζε καθώς γράφω. Θα σου λυθούν πολλές απορίες… Όλα απόψε γίνονται υπό το άγρυπνο βλέμμα του δασκάλου!

Η περιέργειά μου υπερίσχυσε.

Είναι κι αυτό το κρύο εκεί έξω… Κοιτάζω πιο προσεχτικά να δω κανά γνωστό…

Μα για στάσου… Βλέπω… βλέπω αρκετούς. Τον Σταύρο Οικονομίδη, την Μέλπω Παπαδοπούλου, τον Διονύση Μεσσάρη. Είναι πολύ πιο νέοι αλλά σίγουρα είναι αυτοί!

Χωρίς δεύτερη σκέψη, σκύβω να διαβάσω αυτά που ήδη έχει αρχίσει να γράφει ο Τάσος…

 

ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ… του Τάκη Νεράτζη

Xειμωνιάτικο βράδυ κι αέρας τρελλός στο Μάρικβιλ…Βγαίνω στο Illawarra Road… και ψάχνω για το κτίριο… Είναι αριθμός 433 απέναντι ακριβώς απ’ την Αγγλικανική Εκκλησία… Πάνω απ’ το Ελληνικό μανάβικο…  Μπαίνεις από το διάδρομο, ανεβαίνεις τη σκάλα και βρίσκεσαι στο σπίτι σου…

Μιλάω σ’ εσένα άνθρωπε των γραμμάτων, σε σένα φίλε που τη βρίσκεις με το θέατρο, την ποίηση, τη μουσική, την Τέχνη σ’ όλες τις μορφές… Σε σένα που θέλεις να βρεις ένα στέκι (όχι μπριτζόλα) ένα τόπο νάρθεις σ’ επαφή με τους ανθρώπους που καταλαβαίνεις και σε καταλαβαίνουνε…

Η αίθουσα μεγάλη και περιποιημένη… ζεστή και φιλόξενη… Στον τοίχο ένα πορτραίτο του Χρυσοστόμου Μαντουρίδη δεσπόζει με τη σεβάσμια μορφή του πρωτεργάτη να ατενίζει προς το μέλλον…

Βιβλιοθήκη με Φιλοσοφία, Λογοτεχνία, Θέατρο, Πολιτική και όλα τα υπόλοιπα σοβαρά πράγματα…

Ο Ζοζέφ ο Καρουάνας κανονίζει τις τελευταίες προετοιμασίες πριν έρθει ο κόσμος… Συζητάμε κι είναι χειμωνιάτικο βράδυ και αέρας τρελός στο Μάρικβιλ. Μέσα κάνει ζέστη… κάνει ανθρωπιά…

Το βλέπω στα δάκρυα του Ζοζέφ που κλαίει καθώς κοιτάει καταπρόσωπα τον Μαντουρίδη και μου μιλάει για τη συνέχιση του έργου του..

“Δεν μας βοήθησε κάνεις -τονίζει- όλα τούτα που βλέπεις έγιναν με χρήματα των παιδιών του συγκροτήματος και όχι με κρατικές επιχορηγήσεις… Το συγκρότημα Ελλήνων Καλλιτεχνών δημιούργησε αυτή την Εστία, αυτή τη φωλιά για το αύριο, για το μέλλον και όχι για το συμφέρον.

Θέλουμε συνεργασία με όλους… όλα τα συγκροτήματα μπορούν να έρχονται και να κάνουν τις πρόβες τους στο Θέατρο, στην μουσική οτιδήποτε… Το γεγονός ότι θάρχονται να προετοιμάζονται εδώ, δεν τους υποχρεώνει σε τίποτε… Εμείς προσφέρουμε απλώς την αίθουσα και δεν ζητάμε τίποτε εκτός από μία απειροελάχιστη συνεισφορά για να καλύπτονται τα έξοδα του ηλεκτρικού… Τόνισέ το σε παρακαλώ ότι δεν απαιτούμε τίποτα περισσότερο…

Μιλάμε τώρα με το Διονύση Μεσσάρη που έχει συνδέσει το όνομά του με άπειρες θεατρικές και χορευτικές εκδηλώσεις στην Παροικιά… Ένα από τα σχέδια μας -για το μέλλον- λέει είναι να ανεβάσουμε τον “Πλούτο” του Αριστοφάνη. Στο πρώτο μέρος θα ακολουθήσουμε πιστά το κείμενο της κωμωδίας όπως την έγραψε απλά ο κλασσικός μας συγγραφέας… Στο δεύτερο θα επιχειρήσουμε μία μεταφορά στην σύγχρονη πραγματικότητα της Ελληνικής Παροικίας του Σίδνεΰ.

Και  πάλι τώρα ο Ζοζέφ μας μιλάει για τις μελλοντικές προοπτικές του Συγκροτήματος.

“Στις αρχές του Οκτώβρη θα ανεβάσουμε την Μαργαρίτᨔ,  καμιά σχέση με το “Καληνύχτα Μαργαρίτα”.  Επίσης αν όλα πάνε καλά θα επαναλάβουμε το “Φωτεινό” και έχουμε σχέδια για την από σκηνής παρουσίαση του “Ωραία μου Κυρία” καθώς και της αρχαίας τραγωδίας “Οιδίπους Τύραννος”.

Κάθε Παρασκευή βράδυ θα έχουμε το καλλιτεχνικό μας στέκι όπου θα κάνουμε και αναγνώσεις θεατρικών έργων για τους φοιτητές των Νεοελληνικών στα Πανεπιστήμια… θα ακολουθήσει συζήτηση και ανάλυση για να μπορούν τα παιδιά να πλουτίσουν τις εμπειρίες τους επάνω στα θέματα της ύλης που διδάσκονται…

Έχουμε κι όλας βάλει τα θεμέλια μιας συνεργασίας με ξένους θιάσους π.χ. ο Οργανισμός West Sydney Performing Arts Foundations που έχει σαν σκοπό να καλλιεργήσει θεατρικά τις δυτικές συνοικίες της πόλης μας ήρθε σε επαφή μαζί μας και μας ζήτησε ελληνικά έργα…”

“Επίσης θα λάβουμε μέρος στο Εργαστηριακό Σεμινάριο που θα διοργανώσει το Q Theatre και θα απαιτήσουμε στα διάφορα έργα που ανεβάζονται να παίρνουν μέρος και Έλληνες ηθοποιοί. “Οπωσδήποτε όμως θα προωθήσουμε και την συνεργασία μας με τα ελληνικά Συγκροτήματα… Για παράδειγμα ήρθε το Μπέλμορ και μας ζήτησε βιβλία, πως μπορούμε να τους αρνηθούμε.”

Δεν κάθησα να δω τον κόσμο που θα ερχόταν “λόγω φόρτου εργασίας” αλλά όπως έμαθα αργότερα,  η εκδήλωση στέφθηκε από απόλυτη επιτυχία. Συμμετείχαν εκπρόσωποι από όλα τα καλλιτεχνικά γκρούπς καθώς και προσωπικότητες  της Παροικίας…Γράφτηκαν πολλά νέα μέλη, δόθηκαν δωρεές και η ατμόσφαιρα έδειξε ότι αν βοηθήσουμε όλοι η Καλλιτεχνική Εστία θα προχωρήσει με σίγουρα βήματα…  Προς την πρόοδο…

 Στην κίνηση συμμετέχουν τα ζεύγη: Σ. και Δ. Μεσσάρη, Ι. και Σ. Οικονομίδη, Σ. και Σ. Στεφανίδη καθώς και ο Ζ. Καρουάνας, Α. Πανόπουλος και Α. Αδάμ. Συνεργάζονται οι Σ. και Α. Ρωσσίδης, Ν. Καρουάνα, Ε. Ποριάζη, Μ. Παπαδοπούλου και Β. Γεμενή.

Καλή επιτυχία παιδιά… Είμαστε μαζί σας. Όπως είμαστε μαζί με κάθε προοδευτική κίνηση…

Σηκώθηκα και βγήκα βιαστικά από την αίθουσα. Ο κρύος αέρας με επανέφερε στην πραγματικότητα.

Έτος 2019.

Οι ευχές για ένα θέατρο που θα στεγάζει όλα τα θεατρικά συγκροτήματα δεν πραγματοποιήθηκε μέχρι σήμερα. Η πρωτοβουλία της Εστίας υπήρξε θνησιγενής. Το ‘γιατί’ δεν έχει πια νόημα να το σκαλίζουμε. Η ουσία είναι ότι υπήρξε έντονη ανάγκη για στέγαση των θεατρικών συγκροτημάτων, η οποία -δυστυχώς- δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

Στη συνέντευξη που παραχώρησε η Μαίρη Φαλέτα στον Γιώργο Μιχελακάκη το 1986, αναφέρει μεταξύ άλλων: To ιδανικό θα ήταν να αποκτήσει η παροικία μας ένα θέατρο που να στεγάζει όλα τα θεατρικά συγκροτήματα. Η παροικία μας έχει και χρήματα και ακίνητη περιουσία. Τόσο δύσκολο είναι ένα κλαμπ, μια λέσχη να διαθέσει μια αίθουσα ώστε να μπορούμε να κάνουμε τις πρόβες μας σωστά; Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι δεν εξοικειωνόμαστε με το ‘σανίδι μας’.

Τα ίδια είπε και ο αείμνηστος Πέτρος Πρίντεζης στην συνέντευξη που παραχώρησε στον Γιώργο Μιχελακάκη τον Οκτώβριο του 1986. Ένα χώρο ζητάμε να στεγάζονται τα θεατρικά συγκροτήματα. Δυστυχώς υπάρχουν φιλοδοξίες, μωροφιλοδοξίες, που δεν συνταυτίζονται να γίνει ένας επαγγελματικός θίασος.

Πέρασαν σχεδόν 40 χρόνια από το θάνατο του ‘δάσκαλου’ Χρυσόστομου Μαντουρίδη. Στο αρχείο του Γιώργου Μιχελακάκη βρήκαμε αποκόμματα του Τύπου εκείνης της εποχής. Ο Γ.Β γράφει για τον Χρυσόστομο Μαντουρίδη:

To 1952, μια ομάδα ερασιτεχνών με υποκινητή τον Χρυσ. Μαντουρίδη ξεκίνησε δειλά και ίδρυσε ένα θεατρικό Συγκρότημα με το όνομα “Συγκρότημα Ελλήνων Καλλιτεχνών”.

Το δειλό ξεκίνημα το διαδέχεται ύστερα από σκληρή μα επίμονη δουλειά ένα τολμηρό πήδημα. Ανεβάζουν τον Σεπτέμβριο του 1954 από σκηνής την τραγωδία του Σοφοκλή “Οιδίππου Τύραννος”. Το τόλμημα πολύ μεγάλο ακόμα και για τον σκηνοθέτη και δάσκαλο Χρυσ. Μαντουρίδη παρ’ όλη του την προηγούμενη πείρα και στην Αίγυπτο και στην Αυστραλία, γιατί ούτε οι σημερονές ευκολίες υπήρχαν τότε ούτε και οι συμπατριώτες μας ήσαν όσοι είναι τώρα. Μα χάρις στην αγάπη, την αφοσίωση και την ευσυνειδησία των λίγων παραμερισθήκανε δυσκολίες και εμπόδια κι έτσι οι παραστάσεις είχαν απερίγραπτη επιτυχία. Από την ημερομηνία αυτή το Συγκρότημα σφραγίζει την προσωνυμία του και βαδίζει σταθερά και συνειδητά πια από την μια επιτυχία στην άλλη.

Στα 20 αυτά χρόνια το συγκρότημα ανεβάζει έργα διαλεχτά, μελετημένα και με αξιώσεις. Λιγοστά μεν αλλά με σκηνική απόδοση αναμφισβήτητα πολύ ανώτερα πό μερικά κατά καιρούς εμφανιζόμενα θεατρικά συγκροτήματα είτε ντόπια είτε από την Ελλάδα.

Παράλληλα όμως με την διδαχή θεατρικών έργων βασικές επιδιώξεις είχε και έχει να δημιουργήσει θέατρο ανεξάρτητο από οποιονδήποτε ιδιοτελή ή άλλη σκοπιμότητα και που ταυτόχρονα να εδραιωθεί πάνω σε επαγγελματικό επίπεδο ικανό δηλαδή να ανταποκριθεί στις αυξανόμενες αισθητικές απαιτήσεις του θεατρόφιλου μας κοινού, ξεφεύγοντας από τον ανεύθυνο επαγγελματισμό με τις τόσες εξαρτήσεις του.

Ανατρέχοντας στη δράση του ύστερα από το πρώτο ξεκίνημα αξίζει να αναφέρουμε πόσα και ποια έργα μας παρουσίασε το Συγκρότημα πάντα κάτω και γύρω από τον ακούραστο δάσκαλο και σκηνοθέτη Χρυσ. Μαντουρίδη με συνεργάτες που τους χαρακτηρίζει η αγάπη και η βαθειά πίστη στο θέατρο που πιστεύουν πως είναι φορέας πολιτισμού και δυναμικός συντελεστής σε κοινωνική αφύπνιση και πνευματική ανύψωση.

Επανειλημμένα ανέβηκαν: “Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ” και ο “ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ” του Ακαδ. Σ. Μελά, “ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΥΡΟ” δράμα, “Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΕΤΑΙ” κωμωδία του Δ. Ψαθά. “ΣΚΙΤΣΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ” του Γ. Ξενόπουλου Ακαδ. “ΤΟ ΦΙΟΡΟ ΤΟΥ ΛΕΒΑΝΤΕ”.

Ακολουθεί μια περίοδος αναζητήσεςως και πειραματισμού και το 1962 άλλο ξεκίνημα με περισσότερη δραστηριότητα, με καινούρια δυναμικά στελέχη και με συνοχή και σύμπνοια πιο θετική και πιο αποτελεσματική και με τις επιδιώξεις που αναφέραμε πιο πάνω. Με τη ρωμαλέα αυτή πεποίθηση παρουσίαζε την κλασσική κωμωδία “ΠΥΓΜΑΛΙΩΝ” του Άγγλου φιλόσοφου BERNARD SHAW και τον θρίαμβο της “ΕΚΑΒΗΣ” του Ευριπίδη. Λανσάρει και εδραιώνει την αναγνώριση του ποιητή και συγγραφέα κ. θεόδωρου Πατρικαρέα με το δράμα του “ΠΕΤΑ ΤΗ ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ ΠΕΠΙΝΟ” (Έργο που διαπραγματεύεται το γύρισμά του σε φίλμ από Αυστραλό σκηνοθέτη) και την ηθογραφική κωμωδία που γράφτηκε για το Συγκρότημα “Ο ΘΕΙΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ”.

Ακολουθούν συνέχεια καλλιτεχνικά επιτεύγματα όπως “Ο ΑΓΑΠΗΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑΣ” του Δ. Κορομηλά, “Ο ΒΡΟΧΟΠΟΙΟΣ”, “ΕΥΤΥΧΩΣ ΤΡΕΛΛΑΘΗΚΑ”, “Η ΧΑΡΤΟΠΑΙΧΤΡΑ”, “Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ”, “ΤΟ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ”, “ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΚΟΝΤΕΣΣΑΣ ΒΑΛΕΡΑΙΝΑΣ”,”Η ΕΚΑΒΗ” και το κορύφωμα ως θεατρική επιτυχία, η παγκόσμια πρεμιέρα της τραγωδίας του γίγαντα των σύγχρονων Ελλήνων φιλοσόφων-συγγραφέων ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ “Ο ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΟΛΟΜΒΟΣ” που το συγκρότημα πανηγύρισε ως επέτειο της Α’ 20ετηρίδος της δράσεώς του.

Με τέτοιο κεφάλαιο στην πλάτη του ξεκινά το ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΩΝ για μια άλλη εικοσαετηρίδα και ελπίζει στην ειλικρινή υποστήριξη της θεατρόφιλου παροικίας μας για την πραγματοποίηση των επιδιώξεών του.

Την Παρασκευή 2 Μαϊου 1980 στον Πανελλήνιο Κήρυκα ο Γιώργος Τσερδάνης αποχαιρετά τον ‘δάσκαλο’ με το άρθρο του “Μια ζωή γεμάτη θέατρο”.

Αυτός που έφυγε…

O άνθρωπος που έζησε πάνω από έξι δεκαετίες με υγεία συνεχώς επισφαλή κι άφησε προχθές την τελευταία του πνοή στο St Vincents Hospital του Σύδνεϋ δεν ήταν μόνο ένας φίλος της διανόησης και του θεάτρου στο οποίο είχε αφιερώσει όλη του τη ζωή. Για την ελληνική παροικία ήταν το έμβλημα κάθε σοβαρής θεατρικής δουλειάς και ο δάσκαλος που μύησε εκατοντάδες συμπαροίκους στην θεατρική τέχνη. Το όνομα του πάνω από 20 χρόνια δέσποζε στο χώρο του ερασιτεχνικού μας θεάτρου και απετέλεσε την σφραγίδα των μεγαλύτερων επιτευγμάτων του. Μία μόνο επίσημη αναγνώριση των υπηρεσιών του έλαβε από τις Αρχές μας πριν δύο χρόνια ο Χρυσόστομος Μαντουρίδης. Αλλά ο τίτλος του “δασκάλου” που αυθόρμητα του δόθηκε από όλους όσους τον γνώρισαν και συνεργάστηκαν μαζί του ήταν η μεγαλύτερη του ανταμοιβή.

Μέσα σε μία βιαστική αναφορά  που γίνεται στα πλαίσια της επείγουσας δημοσιογραφικής κάλυψης του γεγονότος ενός θανάτου δεν είναι δυνατόν να χωρέσει η πλατειά εικόνα της ζωής και του έργου του Χρυσοστόμου Μαντουρίδη.

Οι πολλοί γνωρίζουν μόνο το όνομα του και έχουν ίσως δει μερικές από τις παραστάσεις των έργων του. Λιγότεροι, αν και εκατοντάδες, είναι εκείνοι που τον γνώρισαν από πολύ κοντά και ξέρουν όλη σχεδόν την ιστορία του. Συμβαίνει να είμαι ένας απ’ αυτούς…

Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’60 όταν ήδη είχε δημιουργήσει γύρω του ένα αξιόλογο πυρήνα φιλων της Τέχνης και ένα συγκρότημα με παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας, ξένων κλασσικών έργων και μοντέρνων ελληνικών δραμάτων και κωμωδιών στο ενεργητικό του, μπήκα και εγώ στο στενό κύκλο των φίλων και συνεργατών του όπου “μαθήτευσα” για αρκετά χρόνια.

Ένα φλαττέτ με ευρύχωρο σαλόνι κάπου στο Ντάρλινγκχερστ -ήταν τότε ο ναός του Αρχιερέα της θεατρικής τέχνης. Σε αυτά τα λίγα τετραγωνικά μέτρα χωρούσαν κάθε βράδυ σχεδόν, δεκάδες μαθητές, φίλοι και συνεργάτες του Χρυσόστομου που έκαναν θεάτρο έκαναν πρόβες και μιλούσαν, μιλούσαν, μιλούσαν για την Τέχνη αλλά και για άλλα χίλια δύο θέματα σε συζητήσεις ατέλειωτες που τέλειωναν συχνά την αυγή. Άλλαξε από τότε τρεις κατοικίες ο Χρυσόστομος Μαντουρίδης πάντα στην ίδια περιοχή. Και η καθεμιά ήταν πάντα η στέγη, τα γραφεία και η αίθουσα δοκιμών του Συγκροτήματος Ελλήνων Καλλιτεχνών που υπό την Γενική Διεύθυνση του Δασκάλου πρόσφερε στην παροικία του Σίδνεΰ δεκάδες θεατρικών παραστάσεων και τις μοναδικές αρχαίες τραγωδίες που ανεβάστηκαν από ντόπιο ελληνικό συγκρότημα στην Αυστραλία. “Πέτα την φυσαρμόνικα Πεπίνο” και “ο θείος από την Αυστραλία”(1973) του ντόπιου θεατρικού συγγραφέα Θεόδωρου Πατρικαρέα ήταν έργα που ανέβηκαν στην σκηνή από τον Χρυσόστομο Μαντουρίδη. Η “Εκάβη” ο “Οιδίπους Τύραννος” και η ανυπέρβλητη “Αντιγόνη” του Σοφοκλή (Σάββατο 11 Ιουνίου 1977, στο Elizabethan Theatre Newtown, παρουσία του Γενικού Προξένου της Ελλάδας κ. Γεωργίου Κωνσταντή και του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας κ.κ. Στυλιανού) διδάχτηκαν από σκηνής χάρις στην τόλμη του μεγάλου δασκάλου να δώσει στο πλατύ παροικιακό κοινό παραστάσεις αρχαίου δράματος που στην μεγάλη πλειοψηφία του δεν είχε ποτέ πριν παρακολουθήσει. Ούτε εδώ, ούτε στην πατρίδα. Άλλα έργα του συγκροτήματος Ελλήνων Καλλιτεχνών ήταν “Ο Βροχοποιός” (Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 1979 στο Teachers Federation Hall, 300-304 Sussex Street Sydney), “Το μυστικό της Κοντέσσας Βαλαίρενας”, “Ο φωτεινός”, πολλές κωμωδίες του Ψαθά, το “Ευτυχώς τρελάθηκα” του Γιώργου Ρούσσου, “Η Αυλή των Θαυμάτων” του Ιάκωβου Καμπανέλλη, “Η Θυσία του Αβραάμ” (Παρασκευή και Σάββατο 21 και 22 Οκτωβρίου 1977 στο Teachers Federation, Sussex Street Sydney) και πολύ πιο πριν ο “Πυγμαλίωνας” (My Fair Lady) του Μπέρναρ Σω.

Από πλευράς μοναδικότητας όμως ένα έργο δίνει την δάφνη τού πιο τολμηρού σκηνοθετικού επιτεύγματος στον Χρυσόστομο Μαντουλίδη που πριν μερικά χρόνια ανέβασε την τραγωδία του Νίκου Καζαντζάκη “Χριστόφορος Κολόμβος”, έργο τόσο δύσκολο που κανένας Έλληνας ή ξένος σκηνοθέτης δεν τόλμησε να το ανεβάσει στην σκηνή πριν απ’ αυτόν. Η παγκόσμια πρεμιέρα του “Κολόμβου” δόθηκε στο Σύδνεϋ στο θέατρο του Teachers Federation της Sussex Street και πολύ αργότερα μάθαμε ότι το έργο, επιτέλους θα παιζόταν και στην Αθήνα.

Στην ιδιωτική του ζωή δεν υπάρχει τίποτα να αναφέρει κανείς ξεχωριστά από το θέατρο γιατί αυτό ήταν και ιδιωτική του ζωή. Εργαζόταν, διάβαζε, ζωγράφιζε καμιά φορά, έκανε θέατρο και συζητούσε. Όπου κι αν έμενε μαζευόταν κόσμος γύρω του. Κι από αυτόν τον κόσμο έβγαιναν οι καταλληλότεροι συνεργάτες για τις παραστάσεις των έργων του. Δεν ήταν σκηνοθέτης αυστηρός. Ούτε απαιτητικός. Πολλοί τον έκριναν για υπερβολικά επιεική. Κι όμως ο ίδιος σιωπηλά είχε την ικανότητα να μεταβιβάζει στους ηθοποιούς τη σκέψη του και να τους τοποθετεί στους ρόλους τους σωστά.  Προπάντων είχε την ικανότητα να τους κάνει να θέλουν να παίξουν.

Ο μοναδικός συγγενής πρώτου βαθμού που είχε στην Αυστραλία ήταν ο αδερφός του Αντώνης Μαντουρίδης που υπέκυψε αρκετά χρόνια πριν στην ίδια ασθένεια των μυών που τους συνόδευε σε όλη τους τη ζωή.

Εκ μέρους όλων όσων τον γνώρισαν και συνεργάστηκαν μαζί του. Εκ μέρους όλων όσων μιλούσαν βραδιές ατελείωτες για μύηση με τον μύστη της θεατρικής Τέχνης. Εκ μέρους όλων των φίλων που έρχονταν και έφευγαν και ξαναγύριζαν κοντά του. Και εκ μέρους όσων του έμειναν ως το τέλος της ζωής του πιστοί, απευθύνω τον ύστατο χαιρετισμό στο Δάσκαλο και μια έκφραση βαθιάς μεταμέλειας για κάποιο παλαιό άρθρο μου στο οποίο ανέφερα ότι ο Μαντουρίδης κάνει θέατρο αργά – συγχρονίζοντας το ρυθμό και την συχνότητα των παραστάσεων στα μέτρα του. Αυτή την κρίση μόνο όταν αισθάνθηκα την σκηνοθετική ευθύνη και έζησα τα τρομερά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κάθε ένας που αποφασίζει να κάνει θέατρο ερασιτεχνικό αντιλήφθηκα πόσο λανθασμένη ήταν. Ο Χρυσόστομος Μαντουρίδης αργά ίσως αλλά σταθερά και αδιάκοπα (χωρίς να απηυδήσει) έκανε θέατρο από τα νιάτα του (στην Αίγυπτο όπου γεννήθηκε) και στην Αυστραλία δε σταμάτησε ποτέ να προετοιμάζει ή να δίνει παραστάσεις.

Στην κηδεία τού Χρυσόστομου Μαντουρίδη που θα γίνει εντός των ημερών θα παραστούν διπλωματικοί, επιχειρηματίες, επιστήμονες, πολιτικοί κι άλλη γνωστοί παράγοντες της Παροικίας για τους οποίους λίγοι γνωρίζουν ότι κάποτε περάσαν από τον “Καλλιτεχνικό Όμιλο” ή αργότερα από το “Συγκρότημα Ελλήνων Καλλιτεχνών” και δούλεψαν για το ανέβασμα θεατρικών παραστάσεων με τον αείμνηστο σκηνοθέτη.

Μεγάλη παράλειψη θα ήταν να μην αναφερθεί το γεγονός ότι εκτός από σκηνοθέτης υπήρξε και ηθοποιός ικανότατος σε ρόλους που ταίριαζαν στην φυσική του κατάσταση ο Χρυσόστομος Μαντουλίδης. Έξοχος πατέρα στον “Βροχοποιό” και ανυπέρβλητος (εφάμιλλος του Χριστόφορου Νέζερ)  σαν γέρο-Λαέρτης στον “Θείο από την Αυστραλία”.

 Σε εκείνους που θα επωμιστούν την συνέχιση της πορείας τού “Συγκροτήματος Ελλήνων Καλλιτεχνών” πέφτει και η βαρειά ευθύνη να κρατήσουν ζωντανό το όνομα του Χρυσόστομου Μαντουρίδη στην Παροικία μας…

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει… (σελίδα 12, Παρασκευή 2 Μαΐου 1980)

Το όνομα του Χρυσόστομου Μαντουρίδη ζει ακόμα στην παροικία μας μέσα από το Θέατρο Τέχνης Αυστραλίας.

Το όραμα όμως για ένα ‘θεατράκι’ έμεινε όραμα. Κανένας φορέας δεν ενδιαφέρθηκε ουσιαστικά όλα αυτά τα χρόνια να κάνει κάτι.

Κάτι πολύ ενδιαφέρον για το θέμα αυτό αναφέρει στο βιβλίο του “όταν τελειώνει η θάλασσα”, ο Τάκης Καλδής.

“Ξέρω πόσος κόπος χρειάζεται για ν’ ανεβεί ένα έργο. Πριν χρόνια είχα την ιδέα να αποκτήσει η παροικία δικό της θέατρο όπου τα συγκροτήματα θα παρουσίαζαν έργα εναλλάξ. Σ’ αυτό θάκαναν τις πρόβες τους και το θέατρο θάχε όλον τον σύγχρονο εξοπλισμό.

Ο τότε πρέμιερ Νέβιλ Ραν, που υποστήριζε τις τέχνες, θα έδινε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Θα πηγαίναμε στην Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση και θα λέγαμε: Να τι μας έδωσε η πολιτειακή κυβέρνηση. Διπλασιάστε το ποσό.

Μετά στην ελληνική κυβέρνηση.

Είμαι βέβαιος ότι θα διακατεχόταν από φιλοτιμία. Βλέποντας τις Αυστραλιανές κυβερνήσεις να προσφέρουν στην παροικία ελληνικό θέατρο, σίγουρα θα συνέδραμε. Δεν υπήρξε ενθουσιασμός και η ιδέα έμεινε “όνειρο θερινής νυκτός”.

Από καιρό σε καιρό βλέπουν το φως της δημοσιότητας φαεινές ιδέες. να τα βάλουν όλα μαζί και να φτιάξουμε ένα μεγάλο έργο. Πολιτιστικό κέντρο, για παράδειγμα.

Άριστη ιδέα, αλλά δεν την υποστηρίζω γιατί ξέρω πως δεν θα γίνει δεκτή. Όλοι πιπιλίζουμε την λέξη “ενότητα” σαν καραμέλα αλλά, όταν έλθουμε στο σημείο να κάνουμε την ενότητα πραγματικότητα, γυρίζουμε την πλάτη. Δεν θέλουμε να βάλουμε τα τούβλα και τα κεραμίδια μας μαζί. Δεχόμαστε την ενότητα μόνο σαν αφηρημένη έννοια”.

 

Please share

error: Content is protected!