Aγγελος ΑΔΑΜ

Συζήτηση του Γιώργου Μιχελακάκη με τον Άγγελο Αδάμ στο Σίδνεϊ (Οκτώβριος 1986) | απομαγνητοφώνηση: Άννα Αρσένη

 

Γεννήθηκα στην Αθήνα τον Ιούνιο του 1930. Πατέρας μου ο Στέλιος Αδάμ από την Ύδρα, μητέρα μου η Ηρώ Παπά από την Σμύρνη, ήρθε στην Ελλάδα όταν έγινε η καταστροφή. Είχα έναν αδελφό ο οποίος πέθανε μικρός, επτάμιση χρονών και μια αδελφή η οποία ζει στην Ελβετία, παντρεμένη.

Έφυγα τον Ιούλιο του 1957 από την Ελλάδα, σε ηλικία 27 χρονών.

Τα πρώτα χρόνια ήταν και καλά, πολύ καλά –προπολεμικά- όσο θυμάμαι μικρός. Μετά στα χρόνια της Κατοχής, του πολέμου, ήταν δύσκολα, πολύ δύσκολα και από δουλειά ο πατέρας δεν δούλευε γιατί ήταν αντιπρόσωπος ξένων, αγγλικών ατμοπλοϊκών εταιρειών και δεν είχε δουλειά. Μετά τον πόλεμο οπωσδήποτε έφτιαξε η κατάσταση, αλλά είχαμε ορισμένα συνεταιρικά και οικογενειακά προβλήματα με την επιχείρηση του πατέρα μου και αποφάσισα να φύγω, να έρθω εδώ. Δεν έβλεπα μέλλον εκεί…

Λίγο η περιπέτεια, κάτι που γνώρισα έναν άνθρωπο ο οποίος είχε έρθει για χόλιντεϊ και με κούνησε να έρθω εδώ, έτσι αποφάσισα και ήρθα… για περιπέτεια –ξέρεις- και ρίζωσα εδώ.

Το είδα… ήταν ένα μακρινό πήδημα αλλά ήρθα εδώ, μετά από έναν χρόνο παντρεύτηκα, έκανα παιδιά τέλος πάντων κι έτσι έμεινα.

Ρατσισμός πολύ μεγάλος, την γλώσσα την ήξερα και αυτό το θεωρούσα μεγάλο προτέρημα. Aλλά βρήκα μεγάλη δυσκολία να βρώ δουλειά. Είχα τεχνικές γνώσεις ραδιοτεχνία, ηλεκτρονικά και τέτοια και κατάφερα και μπήκα στο PMG τότε, το σημερινό Telecom ύστερα από πολλά βάσανα. Δούλεψα σε εργοστάσιο, στο Glass Factory, που περάσανε οι περισσότεροι Έλληνες.

Γ.Μ. Πως έτυχε να μπλέξεις με το θέατρο;

Α.Α. Γνώρισα τον Χρυσόστομο Μαντουρίδη, εξωθεατρικά, σε ένα σαλόνι το ’58 και τον είχα δει μερικές φορές. Είχαμε μιλήσει για λογοτεχνία, για θέατρο και του είχα πει -νομίζω τότε- ότι θα ήθελα να δοκιμάσω, αλλά έμεινε εκεί το πράγμα. Ύστερα από κανένα χρόνο –όχι παραπάνω.. πάμε τώρα στο ’62- άκουσα ότι θέλανε κάποιον να κάνει τεχνική δουλειά σε ένα έργο που ετοιμάζανε να ανεβάσουνε, του Πατρικαρέα… το Πέτα τη Φυσαρμόνικα Πεπίνο και παρουσιάστηκα εκεί και είδα τον Χρυσόστομο και ρώτησα τι θέλει και μου είπε…

Όπως προχωρούσαν οι πρόβες, τούς έλειπε ένα άτομο να κάνει έναν πολύ μικρό ρόλο στο έργο, έναν Γερμανό μετανάστη και μου πρότειναν να δοκιμάσω εγώ. Και δοκίμασα και τον έκανα και αυτή ήταν η αρχή που ανέβηκα στη σκηνή.

Είχα δει ορισμένα έργα… Το Φιόρο του Λεβάντε, ύστερα είχα δει ένα που μου έκανε πολύ εντύπωση, τον Καλό Στρατιώτη Σβέιχ αλλά αυτό δεν ήταν με τον Μαντουρίδη, έπαιζε ο Τάκης ο Καλδής…

Ήταν ένας πολύ μικρός ρόλος, πέντε λόγια είπα… και έφτιαχνα ένα αεροπλανάκι επάνω στη σκηνή, ένα μοντέλο αεροπλάνου και έτρεμα…

Πέτα τη Φυσαρμόνικα Πεπίνο…

Ήταν για μετανάστες, στο Νιούταουν σε ένα σπίτι που μένανε εργένηδες… αυτό έγινε και φίρμα αργότερα. Στο Άνζακ Χάουζ.

Μετά πήγαμε στο Ελιζαμπήθηαν θήατερ εδώ στο Νιούταουν όπου δόθηκε η Εκάβη, μια μεγαλειώδη παράσταση –μία και μόνη – γέμισε το θέατρο (1565 άτομα), δεν υπήρχε θέση άδεια. Και ήταν ωραία παράσταση. Έγινε το 1963.

Εγώ εν τω μεταξύ μετά από αυτό το Πέτα τη Φυσαρμόνικα Πεπίνο μεταπήδησα σε ένα θίασο που κάναμε διάφοροι –εκτός Μαντουρίδη- και με σκηνοθεσία του Γιώργου Παϊζη ανεβάσαμε το Φωνάζει ο Κλέφτης. Ήταν ο Πέτρος ο Πρίντεζης, ο Τάκης ο Θεοχαρίδης, η Νίτσα Αλεξιάδου και άλλοι.

Μετά από αυτό πάλι με φώναξε ο Χρυσόστομος για τις τεχνικές μου και μουσικές γνώσεις, για να κάνω μουσική επένδυση στην Εκάβη η οποία έγινε πολύ ωραία. Και είναι από τα έργα που μου έχει αφήσει τρομερή εντύπωση.

Σε αυτό το διάστημα που είχα εγώ φύγει και έπαιξα το Φωνάζει ο Κλέφτης αυτοί ανεβάσανε τον Πυγμαλίωνα  του Μπέρναρντ Σω, που ήταν πολύ ωραία δουλειά.  Ύστερα από αυτό έμεινα πια με τον Μαντουρίδη εκτός από μία φορά που ήρθαν και με παρακάλεσαν να παίξω στον Αγαπητικό της Βοσκοπούλας. Ήτανε ο Ελληνικός Οργανισμός Τέχνης και Θεάτρου που είχε δημιουργηθεί το 1977 από στελέχη που ήταν με τον Μαντουρίδη οι περισσότεροι, και μερικοί άλλοι καινούριοι –νεοφερμένα παιδιά.

Με πλησιάσανε και επειδή όλους τους ρόλους που έπαιξα  –νομίζω- τους έπαιξα καλά, τους θεωρούσα κάπως σαν πνευματικό μου κτήμα και δεν ήθελα να δω άλλον να παίξει τον μπάρμπα-Χρόνη στον Αγαπητικό της Βοσκοπούλας…δελεάστηκα… πήγα μαζί τους. Ανέβηκε καλά το έργο, αλλά ο Χρυσόστομος είχε θυμώσει πολύ γιατί δεν του είχα πει τίποτα…

Γ.Μ. Ποιές ήταν οι αιτίες που φεύγανε άτομα από το κύριο γκρουπ;

Α.Α. Ίσως προσωπικές φιλοδοξίες, δυσαρέσκειες… Γινόντουσαν πολλά… παρασκηνιακά στο Συγκρότημα. Λόγια ο ένας, λόγια ο άλλος… τώρα δεν μπορώ να πω συγκεκριμένα…

Ειδικά γυναίκες -και άντρες ηθοποιοί- δεν τους άρεσε το ότι ο Μαντουρίδης διάλεξε τον άλφα και έβαλε να παίξει αυτό το ρόλο ενώ ο άλλος, ο βήτα, έλεγε εγώ θα μπορούσα να τον παίξω καλύτερα.

Δεν νομίζω ότι ήταν κανένας ικανός να κρίνει τη σκηνοθετική ικανότητα του Μαντουρίδη. Ναι μεν λέγανε – πιο πολύ απέξω όχι από εμάς – αυτοί που κάνανε τους κριτικούς κατά καιρούς στις εφημερίδες.

Γ.Μ. Δηλαδή στις παροικιακές εφημερίδες δεν υπήρχανε όλα αυτά τα χρόνια άτομα που νάχουν ασχοληθεί με το θέατρο και να γράφουν; Δεν υπήρχαν επαγγελματίες κριτικοί όλα αυτά τα χρόνια;

Α.Α. Όχι. Δεν μπορείς να πεις ότι ήταν επαγγελματίες… μπορείς να πεις ότι ήταν άνθρωποι που είχαν δει θέατρο, αλλά δεν νομίζω ότι είχαν ειδικά ικανότητες να κρίνουν θεατρικά.

Γ.Μ. Ο Μαντουρίδης τί άτομο ήταν;

Ήταν άνθρωπος πράος… του άρεσε ήσυχα να κάνει τη δουλειά του χωρίς να φαίνεται και να ακούγεται. Δεν του άρεσαν οι φασαρίες, οι καυγάδες. Έφτανε κι αυτός μερικές φορές στο σημείο να υψώσει τη φωνή του αλλά δεν ήταν στον τύπο του να βάζει τις φωνές. Πάντα σκηνοθετούσε, δίδασκε και μιλούσε ήσυχα. Ήταν η φωνή του τέτοια που δεν τον βοηθούσε πολύ… και με τα χρόνια… είχε κάποιο ελάττωμα στον λάρυγγα το οποίο ποτέ δεν θέλησε να διαγνώσει. Να πάει στο γιατρό. Βράχνιαζε περισσότερο, έχανε τη φωνή του και στο τέλος δεν έπαιζε ο ίδιος γιατί δεν τον βόηθαγε η φωνή του. Ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος. Αισθανόσουν μια γαλήνη νάσαι κοντά του. Εγώ, ειδικά, ήμουν πολύ κοντά του μέχρι που πέθανε. Ζούσε μόνος του – εκτός από ένα διάστημα που ήταν με τον αδελφό του ο οποίος είχε πεθάνει νωρίτερα. Μας έλειψε πάρα πολύ.

Το σπίτι του ήταν πάντα κέντρο φιλολογικό, καλλιτεχνικό… κι αν δεν κάναμε θέατρο μαζεύονταν εκεί –ειδικά Σαββάτο βράδυ- πολύς κόσμος. Συζητήσεις γινόντανε ατέλειωτες μέχρι που οι άλλοι ένοικοι της πολυκατοικίας βάζαν τις φωνές γιατί μέναμε μέχρι τις πρωϊνές ώρες και μερικοί εξάπτονταν –όπως ο Βαγγέλης ο Παπαδόπουλος άμα φώναζε σηκωνόταν ο κόσμος στο ποδάρι.

Γ.Μ. Επίσης ο Βαγγέλης μαζί με τη Μέλπω είχαν ένα εστιατόριο…

Α.Α. Ναι, κι αυτό ήταν ένα κέντρο φιλολογικό, περνούσαμε όλοι από κει για καφέ, για συζήτηση. Ήταν κι αυτό ένα ωραίο πόστο το οποίο χάθηκε…

Γ.Μ. Όταν έλειψε ο Μαντουρίδης και φυσικά μετά από λίγο έλειψε και ο Παϊζης, έλειψαν δύο άτομα που για πολλά χρόνια ήταν οι πυρήνες του παροικιακού θεάτρου… υπήρξε κάποιο κενό; Τι συνέβη μετά;

Α.Α. Εμείς συνεχίσαμε, οι πιστοί που μείναμε… όπως ο Σταύρος Οικονομίδης, η Στέλλα Στεφανίδου, ο Ζοζέφ Καρουάνα. Λίγο αργότερα δημιουργήσαμε την Εστία, στο Μάρικβιλ. Στο Ιλλαγουόρα ρόουντ, νομίζω 433. Νοικιάζαμε ένα μεγάλο σπίτι το οποίο είχανε ρίξει μερικά ντουβάρια μέσα και είχε γίνει μια μεγάλη αίθουσα, που έπαιρνε καμμιά εβδομηνταριά-ογδόντα άτομα γι’ αυτό και είχαμε κάνει μια σκηνή και δώσαμε και μερικές παραστάσεις εκεί. Όχι μόνο σε μονόπρακτα αλλά και ένα ολόκληρο έργο, τον Δον Καμίλο.  Αφού το δώσαμε σε μεγάλο θέατρο με μεγάλη επιτυχία το 1983, δόθηκε ξανά σε αυτή τη μικρή σκηνή, στο Μάρικβιλ. Ήταν δύσκολο μεν, αλλά τα καταφέραμε.

Γ.Μ. Γιατί δεν είχατε αποκτήσει στέγη πριν πεθάνει ο Μαντουρίδης;

Α.Α. Ο Μαντουρίδης, επειδή είχε πρόβλημα να περπατάει, να μετακινείται, είχε μια δυσκολία με τα πόδια του, υπέφερε από μια σπάνια μυϊκή ασθένεια προτιμούσε να μαζευόμαστε γύρω του, εκεί στο σπίτι του. Υπήρξε εποχή που νοίκιαζε ένα ολόκληρο πάτωμα στο Ντάρλινγκχερστ ρόουντ που είχε μια μεγάλη αίθουσα μπροστά –αποκλειστικά για πρόβες (μόνο πρόβες δεν κάναμε και παραστάσεις…) και συγκεντρώσεις, συζήτηση, πολλά ξενύχτια εκεί… ωραία. Μετά μαζεύτηκε σε ένα μικρότερο διαμέρισμα, και πάλι εκεί μαζευόμαστε για πρόβες τον περισσότερο καιρό μέχρι που πια φτάναμε στα τέλη, οπότε νοικιάζαμε μια αίθουσα ή πηγαίναμε κατευθείαν στο θέατρο. Πηγαίναμε και κάναμε κι αλλού πρόβες, μας δίνανε αίθουσα που ήταν το Κέντρο του Μετανάστη στις αρχές του ‘70 στο Ελίζαμπεθ Στρητ… κάναμε πολλές πρόβες εκεί. Είχαμε αυτές τις ευκολίες κι έτσι ποτέ δεν…

Πάντα θέλαμε να είχαμε δική μας στέγη, ολότελα δική μας αλλά δεν υπήρχε το οικονομικό, γιατί το θέατρο δεν ήταν τόσο πρόσφορο, δεν μας έδωσε τις οικονομικές δυνατότητες.

Γ.Μ. Πότε έφυγε η εστία από το Μάρικβιλ;

Α.Α. Νομίζω τέλη ’84 ήρθαμε εδώ στο Ένμορ, σε ένα παλιό χωλ που ήταν Masonic Hall, κάτσαμε εκεί ένα μικρό διάστημα αλλά εκεί είχαμε προβλήματα με τη Δημαρχία, το Local Government γενικά, γιατί δεν είχε εξόδους κινδύνου και τέτοια. Γίνανε κάτι παραστάσεις εκεί που κανονικά δεν επιτρεπόταν να γίνουν, θα πουλιόταν κιόλας το κτίριο και βρήκαμε αυτή την αίθουσα που είμαστε τώρα, στο Ένμορ Ρόουντ.

Γ.Μ. Θεωρείς παράλειψη για το ότι μες στην παροικία δεν υπάρχει χώρος, ένα θέατρο που να εξυπηρετεί τις θεατρικές ανάγκες; Πιστεύεις χρειάζεται;

Α.Α. Η έλλειψη υπάρχει διότι δεν είμαστε ενωμένοι. Αν είμασταν ενωμένοι –νομίζω- θα είχαμε κάνει πολλά. Υπάρχουν πολλά καλά στελέχη στην ελληνική παροικία –θεατρικά- αλλά ο καθένας θέλει να έχει τη δική του παντιέρα. Κι αυτό το κάνει πιο δύσκολο. Κι εμείς αγωνιζόμαστε με αυτό το χώρο που έχουμε. Να πληρώσουμε το χώρο, να το συντηρήσουμε… είναι δύσκολο…

Γ.Μ. Έργα που έχεις πάρει μέρος;

Α.Α. Το πρώτο το Πέτα τη Φυσαρμόνικα Πεπίνο, το οποίο δεν το πήρα και πολύ σοβαρά. Δεν θεώρησα τον εαυτό μου ότι είμαι ηθοποιός. Μετά έπαιξα στο Φωνάζει ο Κλέφτης, έναν μικρό ρόλο. Στην Εκάβη με φώναξε ο Μαντουρίδης και έκανα τη μουσική επένδυση, η οποία άρεσε πάρα πολύ και μου άρεσε και εμένα. Ύστερα ανέβηκε ο Αγαπητικός και έπαιξα έναν καλό ρόλο εκεί και πήρα και πολύ χειροκρότημα, άρεσα πολύ στον κόσμο και γράψανε πολλά καλά οι εφημερίδες. Μπορώ να πω ότι οι εφημερίδες –σε όλες τις κριτικές- ποτέ δεν με χτυπήσανε. Ύστερα ήρθε η μεγάλη επιτυχία μου στο Θείος Από την Αυστραλία, το 1964. Έπαιξα δύο ρόλους. Η πρώτη πράξη ήταν στο Σίδνεϊ και έκανα έναν υπάλληλο του μίλκ μπαρ. Και μετά η δεύτερη πράξη πάει στην Ελλάδα και είμαι ο Νικόλας, ο ψυχογιός του μπάρμπα Λαέρτου… μεγάλος ρόλος, ωραίος ρόλος.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Θείος από την Αυστραλία ήταν μια κωμωδία σε τέσσερις πράξεις και έξι εικόνες. Ανέβηκε για πρώτη φορά στο Elizabethean Theatre του Σύδνεϋ το 1964 και αργότερα τον ίδιο χρόνο στο Anzac Theatre με τους εξής ηθοποιούς του Συγκροτήματος Ελλήνων Καλλιτεχνών: (Τζίμμη – Θεόδωρος Πατρικαρέας, Μήτσος – Άγγελος Αδάμ, Αγοραστής-Κώστας Μαριάκης, Κάβουρας – Πήτερ Χατζηγιαννάκης, Λαέρτης – Χρυστόστομος Μαντουρίδης, Νικόλας-Άγγελος Αδάμ, Κατερίνα – Ρίτα Παπαϊωάννου, Δημήτρης – Κώστας Ξυστρής, Παγώνα-Λούλα Χαριτάκη, Πανωραία-Κλεοπάτρα Πατρικαρέα, Ξάδερφος-Γιώργος Καφετζόγλου, Ξαδέρφη-Αφροδίτη Καφετζόγλου, Γιάννης – Φίλιππος Καλαφάτης). Σκηνοθεσία Χρυσ. Μαντουρίδη. Ο Θείος από την Αυστραλία ξαναπαίχτηκε το 1973 στο Teachers Federation Theatre του Σύδνεϋ και θέατρα άλλων πόλεων της Αυστραλίας με τους εξής ηθοποιούς του Συγκροτήματος Ελλήνων Καλλιτεχνών: (Τζίμμη – Θεόδωρος Πατρικαρέας, Μήτσος – Άγγελος Αδάμ, Αγοραστής-Βασίλης Μίλης, Κάβουρας – Γεώργιος Βαλαρής, Λαέρτης – Σταύρος Οικονομίδης, Νικόλας-Άγγελος Αδάμ, Κατερίνα – Μαρινέλα Αλιφέρη, Δημήτρης – Γεώργιος Καράς, Παγώνα-Λούλα Χαριτάκη, Πανωραία-Κλεοπάτρα Πατρικαρέα, Ξάδερφος-Γιάννης Οικονόμου, Ξαδέρφη-Λίτσα Δούκα, Γιάννης – Νίκος Γερασίμου). Σκηνοθεσία Χρυσ. Μαντουρίδη.

(Aπό το πρόγραμμα του Θείου από την Αυστραλία παραθέτουμε μερικά αποσπάσματα από το ρόλο του Άγγελου Αδάμ:

Πράξη Δεύτερη: Γειά σου μπάρμπα, κουκιά σπέρνω. Υγρόν αγόρασε ο γέρος. Πως καταντάει ο άνθρωπος λοιπόν, κούτσουρο, ντίπ κούτσουρο. Ε, ρε μπάρμπα Λαέρτη! Ε, ρε φουκαρά Γέρο-Λαέρτη. Αν ήξερες ότι μια μέρα θα σκέβρωνες έτσι, σα γουρουνοτσάρουχο, δίχως να βλέπεις, δίχως ν΄ακους -αν τόξερες λέω- θα μούχες δώσει όλες αυτές τις μαγκουριές στην πλάτη, που έχω φάει σαράντα τώρα χρόνια στη δούλεψή σου; Θα αδίκαγες την αδελφή σου στη μοιραξιά; Θα κρέμαγες τον γιο σου το Γιάννη κατουκέφαλα για να τόνε κάνεις πιο χοντροκέφαλο από σένα; Θα στράβωνες με μια μαγκουριά την καλλίτερη γαϊδάρα μας τη.. Χάιδω; Δεν βαριέσαι ο λύκος προβιά μπορεί να αλλάξει αλλά όχι και κεφάλι. Ποιός ξέρει πάλι; Μήπως φταίμε εμείς για ό,τι κάνουμε; Έτσι είναι. Σπρώχνουμε γιατί μας σπρώχνουνε. Αυτή είναι η ζωή. Ε, ρε φουκαρά γέρο Λαέρτη. Σκέψου νάρχεται το παιδί του σήμερα από την ξενητειά, ύστερα από τριάντα τόσα χρόνια κι αυτός να μην έχει πάρει χαμπάρι. Να μην έχει ούτε αυτιά να γελάσει ούτε μάτια να χαρεί. Φτού! (Κοιτάζει πότε αυτόν και πότε το γράμμα και δεν ξέρει τι να κάνει..) Κον Λαέρτη Χουλιάραν – Πάνω Χωριό Αρκαδίας. Ε! δεν είμαστε καλά! Γράμμα από την Αυστραλία. Τόσα χρόνια που είχε τα μάτια του χάθηκε ένα γράμμα να χαρεί κι αυτός;

Τι έγραψε ο τύπος:

  • Με το θείο από την Αυστραλία ζήσαμε τραγικές και κωμικές καταστάσεις στενά δεμένες με τη ζωή μας στην ξενητειά. Κι ακόμη και στα κωμικά σημεία το γέλιο μας είχε κάποιο καταστάλαγμα πίκρας.
  • Μια προσφορά ξεχωριστή στην περιορισμένη πνευματική ζωή του Ελληνισμού της Αυστραλίας.
  • Ιδιαίτερα έχει λόγους να χαίρεται η Νέα Πατρίδα γιατί ο κ. Θεόδωρος Πατρικαρέας υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες της που οδήγησε σαν δημοσιογράφος σταθερά προς την επιτυχία τα πρώτα της βήματα από το Νοέμβριο του 1966 ώς τον Ιανουάριο του 1968.
  • Το έργο είναι μια θετική προσφορά στο τομέα του θεάτρου. Μια ηθογραφία που δεν ξεφτά στο διάβα του χρόνου γιατί είναι συνυφασμένη με την ίδια μας την ύπαρξη εδώ στην Αυστραλία. Η ζωή του μετανάστη και τα προβλήματά του. Μια ανηφορική πορεία του ξενητεμένου να αγωνισθεί, να επιτύχει και να επιστρέψει στην Πατρίδα.

Μετά ήταν η Χαρτοπαίχτρα το 1965, και ύστερα άλλη μεγάλη επιτυχία Η Αυλή των Θαυμάτων, έπαιξα τον Ιορδάνη. Πολύ ωραίο έργο, πολύ το αγάπησα. Ύστερα ο Έρως θέλει ξύλο, κωμωδία, ξανά το 1973 ανεβάσαμε τον Θείο από την Αυστραλία, το 1974 στην Αρκούδα, έκανα τον γέρο υπηρέτη. Μέσα του 1975 με πλησιάσανε φοιτητές του Πανεπιστημίου του Σίδνεϊ οι οποίοι ετοιμάζανε μια κωμωδία, Μιας πεντάρας νειάτα, και μου ζήτησαν να παίξω το ρόλο ενός ηλικιωμένου. Έλαβα μέρος σε αυτό με …πολύ λύπη του Χρυσόστομου, με θεωρούσε κτήμα του. Μετά έγινε άλλη μια μεγάλη δημιουργία του Συγκροτήματος, το 1975, ο Φωτεινός, μεσαιωνικό δράμα, έπαιξα έναν καλό ρόλο εκεί. Ύστερα ανεξάρτητα άτομα, μάλλον οι περισσότεροι ήταν ο θίασος του Πέτρου Πρίντεζη με σκηνοθεσία του γιατρού Τζινιώλη, το 1978, ανεβάσανε το Φιόρο του Λεβάντε, έπαιξα έναν μικρό ρόλο. Το 1978 επίσης με πλησίασε ο Ελληνικός Οργανισμός Τέχνης και Θεάτρου που είχε δημιουργηθεί τότε απο έναν πυρήνα που είχε φύγει από τον Χρυσόστομο και ανεβάσανε τον Αγαπητικό της Βοσκοπούλας. Έπαιξα τον μπάρμπα Χρόνη πάλι όπως το 1963-64.

Αρχές του ‘81 ανέβηκε ξανά ο Έρως Θέλει Ξύλο με σκηνοθεσία της Μιμίκας Βαλαρή η οποία ήταν κι αυτή ένα από τα καλά στελέχη του Συγκροτήματος και δεν ασχολείται σήμερα με το θέατρο. Πολύ αυστηρή σκηνοθέτης. Τη φοβήθηκα. Έχει παίξει η ίδια πολύ ωραία. Στην Αυλή των θαυμάτων, έπαιξε την Όλγα. Στον Χριστόφορο Κολόμβο -που ήταν παγκόσμια πρεμιέρα- έπαιξε την Ισαβέλλα, την βασίλισσα.

Απαιτούσε να ακολουθήσεις την γραμμή της.. δεν ήθελε κανέναν αυτοσχεδιασμό. Δεν έφευγε από τη γραμμή της καθόλου. Αυτό είναι, αυτό θα κάνεις…

Η πρώτη που ασχολήθηκε με τη σκηνοθεσία από ότι ξέρω εγώ, ήταν η Μιμίμα Κόλλια.

H Mέλπω Παπαδοπούλου σκηνοθέτησε με τον Φίλιππα τον Καλαφάτη το Δεν είμαι εγώ του Ξενόπουλου. Ήταν συνεργασία των δύο.

Το ‘81 δώσαμε στην Εστία, στη μικρή σκηνή, ένα μονόπρακτο (δεν θυμάμαι τον συγγραφέα) το Μαργαρίτα – έπαιξα ένα μεγάλο και πολύ δύσκολο ρόλο! Δεν θα τον ξεχάσω ποτέ… έκανα τον τυφλό γέρο, τον παράξενο… για μένα ήταν μια καλή εμπειρία. Το δίδαξε ο Σταύρος Οικονομίδης.

Μετά ανέβηκε η Πινακοθήκη των Ηλιθίων, πάλι σκηνοθεσία του Σταύρου Οικονομίδη.

Το 1983, ο Δον Καμίλο.

Το 1984, Άνοιξη και Φθινόπωρο.

Αργότερα το Νοέμβριο του ‘84 το Τραγούδι του νεκρού αδελφού του Μίκη Θεοδωράκη. Μεγάλη μας επιτυχία!!! Με ζωντανή μουσική με τον Θέμο Μέξη.

Μας κάλεσε ο Σταύρος Οικονομίδης να παίξουμε με πληρωμή. Ήταν το πρώτο έργο που παίξαμε κάπως επαγγελματικά.

Τον Φεβρουάριο του ’85 τον Αλή Πασά.

Τον Δεκέμβριο του ‘85 το Δεν Είμαι Εγώ του Γρ. Ξενόπουλου, ωραία κωμωδία.

Αυτά είναι έργα που έχω λάβει εγώ μέρος. Εν τω μεταξύ έχουν γίνει άλλα μονόπρακτα, παίξανε τα νέα παιδιά που είναι πάρα πολύ καλοί. Νίκος Αντώνογλου, Κώστας Στραφιώτης…

Το Διπλανό Κρεβάτι, ήταν το τελευταίο μας και για μένα πολύ μεγάλη επιτυχία. Όχι για μένα, εννοώ σαν έργο. Είχα το ρόλο του καθηγητή. Πολύ καλά παιγμένο, πολύ δεμένο έργο.

Γ.Μ. Άγγελε, είσαι πρόεδρος του συγκροτήματος. Τι έργα πρέπει να δώσετε στην παροικία.

Έργα σαν αυτό, το Διπλανό Kρεβάτι. Αυτό συζητήσαμε χθες το βράδυ, που είχαμε συμβούλιο. Το επόμενό μας έργο -κατά πάσα πιθανότητα θα είναι ο Οίκος Ευγηρίας – και όπως έχει παιχτεί στην Ελλάδα με την ίδια σειρά…

Γ.Μ. Το πρόβλημα είναι να βρείτε έναν καλύτερο χώρο.

Α.Α. Δεν είναι στο χέρι μας.

Γ.Μ. Χάνει το έργο όλη τη δουλειά. Πάει στράφι μεγάλο μέρος της δουλειάς

Α.Α. Η γνώμη του κόσμου ήταν καλή. Το ευχαριστήθηκαν.

Γ.Μ. Γιατί το ανεβάσατε στα αγγλικά;

Α.Α.  Άρχισε η ιδέα επειδή υπήρχε από την Ελλάδα η μετάφραση στα αγγλικά. Επειδή είχαμε το Σάββα Πανά που είχε τελειώσει μαθήματα σκηνοθεσίας στο Εnsemble και είχε και τους ανθρώπους κατά κάποιον τρόπο να λάβουν μέρος, επαγγελματίες ηθοποιούς Αυστραλούς, είπαμε να κάνουμε την απόπειρα και νομίζαμε θα πετύχει. Αλλά δυστυχώς…

Απευθυνόμασταν στα ελληνόπουλα που δυσκολεύονται με την ελληνική γλώσσα. Θα το βλέπανε στην γλώσσα που καταλαβαίνανε… Αλλά ειδικά αυτά τα παιδιά έλαμψαν δια της απουσίας τους.

Γ.Μ. Κάνατε διαφήμιση;

Α.Α. Έχουνε γραφτεί πολλά. Όπως ο Κόσμος που έχει μια σελίδα στα αγγλικά… νομίζω ότι έγινε αρκετή διαφήμιση και από στόμα με στόμα, και από παιδιά που γνωρίζονται με φοιτητές… είχε διαφημιστεί.

Γ.Μ. Σε σύγκριση με τους Έλληνες που παρακολούθησαν την παράσταση στα ελληνικά, ποιά θα έλεγες ότι ήταν η αναλογία με αυτούς που την παρακολούθησαν στα αγγλικά; Ένας προς πέντε ας πούμε; Tι ανιστοιχία για να πάρουμε μια εικόνα.

Α.Α. Αμφιβάλλω κι αν ήταν ένας στους πέντε. Λιγότεροι.

Γ.Μ. Τι σκέφτεστε να κάνετε στο μέλλον;

Α.Α. Δεν πρόκειται να κάνουμε άλλη τέτοια προσπάθεια εκτός αν είμαστε απόλυτα βέβαιοι. Δεν είναι εύκολο.

Γ.Μ. Τι νομίζεις για το μέλλον του παροικιακού θεάτρου τα επόμενα 10-15 χρόνια με το δυναμικό που υπάρχει σήμερα; Μέχρι τώρα συζητήσαμε από το παρελθόν μέχρι σήμερα.

Α.Α. Το μέλλον του παροικιακού θεάτρου μπορώ να πω είναι λαμπρότερο από ότι ήταν το παρελθόν. Έχουμε πολύ καλά στελέχη και ολοένα έρχονται και νέα παιδιά που έχουν θέληση και ταλέντο. Εκείνο που πάντα είναι δύσκολο να μαζέψουμε, είναι το κοινό. Θέατρο μπορεί να γίνεται.  Υπάρχει το υλικό, ευτυχώς ανανεωνόμαστε. Γιατί εμείς οπωσδήποτε γερνάμε.

Γ.Μ. Τώρα ανανεωνόσαστε από παιδιά μεταναστών που ήδη πολλά από αυτά σπουδάζουν πια.

Α.Α. Οι νέοι ξέρουν πια τι θέλουν, μπορώ να πω ξέρουν πιο πολλά και από εμάς. Εμείς είμαστε ερασιτέχνες. Ο βιοπαλαιστής, η γυναίκα του… ένας νεαρός που ήθελε να δοκιμάσει…

Θυμάμαι μάλιστα να πω και κάτι έτσι ευτράπελο…

Στο πρώτο έργο που έλαβα μέρος, στο Πέτα τη φυσαρμόνικα Πεπίνο, είχαμε ένα παιδί ο οποίος έπαιξε ένα ρόλο Αυστραλού… και το βράδυ της πρώτης παράστασης στο θέατρο τον κυνηγούσε να τον βάψει, ποιός έκανε το μακιγιάζ δεν θυμάμαι. Δεν δεχότανε να βαφτεί, νόμιζε ότι θα τον πούνε θηλυπρεπή… Με το στανιό τον πείσανε να βαφτεί! Δεν είχαμε ξανά τέτοιο πρόβλημα με κανέναν από τότε, δεν θυμάμαι.

Αυτό είναι ένα δείγμα της νοοτροπίας των ατόμων που έπαιρναν μέρος στο θέατρο.

Γ.Μ. Το πρόβλημα από δω και πέρα… Από τη μια μεριά θα έχουμε στελέχη που θα είναι σπουδαγμένα και με ικανότητες στο θέατρο, θα έχουμε δηλαδή καλύτερα στελέχη από το παρελθόν, το πρόβλημα όμως είναι –δεν νομίζεις Άγγελε- το πώς θα συγκεντρωθεί ο κόσμος, το ακροατήριο; Γιατί αρχίζει η αφομοίωση, ήδη έχουν σταματήσει εδώ και πολλά χρόνια να έρχονται μετανάστες, ο κόσμος σκορπάει… Πρώτα ήταν συγκεντρωμένοι οι μετανάστες στα εσωτερικά προάστεια στο Σίδνεϊ…

Α.Α. Νόμιζα ότι η ερώτηση αφορούσε το θέατρο αυτό καθ΄αυτό! Το να κάνουμε θέατρο, να δίνουμε παραστάσεις. Τώρα πόσοι θα τις βλέπουνε αυτό είναι μεγάλο ερωτηματικό και δύσκολο να απαντηθεί.

Γ.Μ. Γιατί κι αυτό νομίζω θα παίξει ρόλο δηλαδή και πόσοι θα το βλέπουνε! Αν έρχονται ελάχιστα άτομα, με τι κουράγιο εσείς που θα κάνετε θέατρο θα συνεχίζεται…

Α.Α. Έχουμε απογοητευθεί πολλές φορές! Είναι πραγματικά αποκαρδιωτικό αυτό που συμβαίνει. Να κουράζεσαι μήνες, να ετοιμάζεις μια ωραία παράσταση… και να μην έρχεται ο κόσμος. Ή να είναι τόσο …αργοί στο να πάρουνε χαμπάρι το τι γίνεται, που το μαθαίνουνε κατόπιν εορτής. Αφού γίνουνε οι παραστάσεις, τότε ακούνε –από στόμα σε στόμα- ότι α! δώσανε αυτή την παράσταση, ήταν ωραία! Δεν θα το ξαναπαίξετε; Ε! Δεν είναι εύκολο! Να΄χαμε μια δική μας σκηνή θα ήταν ευκολότερο.

Πολύ δύσκολο! Κατά καιρούς βρέθηκαν ορισμένοι οι οποίοι κάτι είπανε, είχανε ιδέες να μαζευτούνε επιχειρηματίες με λεφτά, να βάλουνε ένα ποσό ο καθένας να γίνει κάτι, αλλά ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε.

Γ.Μ. Δεν βλέπεις καμμία δυνατότητα να συνεργαστούνε όλοι οι πολιτιστικοί φορείς της παροικίας και να πιέσουνε για τη δημιουργία ενός πολιτιστικού κέντρου, που θα περιλαμβάνει και θέατρο; Το βλέπεις ακατόρθωτο, αδύνατο;

Α.Α. Τίποτα δε είναι ακατόρθωτο, αλλά… υπάρχουν αυτοί που θα μαζευτούν και θα κάνουν κάτι; Θέλει ομόνοια, η οποία δεν υπάρχει.

Γ.Μ. Είναι δύσκολη μέσα στους Έλληνες…

Α.Α. Πολύ δύσκολη…

Το 1964 στη δουλειά που εργαζόμουν, γνώρισα κάποιον Εγγλέζο ο οποίος είχε κάποια σχέση με το Νιού Θήατερ, ένα αυστραλέζικο θίασο και μιλώντας (του είπα ότι ανακατεύομαι με θέατρο ελληνικό) και μου λέει θάθελες να δοκιμάσεις εγγλέζικο; και λέω γιατί όχι; και πήγα και έκανα ένα δοκιμαστικό… μου δώσανε ένα ρόλο ενός Γερμανού αξιωματικού σε ένα έργο που ετοιμάζανε…

Γ.Μ. Μήπως θυμάσαι πώς λεγότανε το έργο;

Α.Α. Όχι… Έχω το κείμενο αλλά δεν το έχω πρόχειρο… Ο αξιωματικός θυμάμαι που λεγότανε Σου, ήταν εγγλέζου συγγραφέα, αυστραλού… δεν είμαι σίγουρος, η υπόθεση ήταν από τον πόλεμο. Αλλά κατόπιν πήγα στον Μαντουρίδη, ήταν και ο Βαγγέλης ο Παπαδόπουλος, και πέσανε απάνω μου και μου λένε τρελός είσαι που θα πας να παίξεις με αυτούς… ήταν το Νιού Θήατερ… Αυτοί είναι αριστεροί! Θα χρωματιστείς, θα σου βγει το όνομα! Τέλος πάντων με πείσανε να μην πάω…

Γ.Μ. Γιατί πιστεύεις το κάνανε; Για να μην σε χάσουνε;

Α.Α. Νομίζω ότι ήταν αυτός ο λόγος βασικά και μου το φέρανε έτσι… κι εγώ από τότε δεν … Θα ήθελα να ανακατευθώ στο εγγλέζικο θέατρο διότι τη γλώσσα την ξέρω αρκετά καλά και τέλος πάντων σε έναν ρόλο που οπωσδήποτε σηκώνει accent –γιατί το accent δεν μπορούμε να το χάσουμε στα εγγλέζικα- όπως ήταν αυτό που θα ήμουν Γερμανός, νομίζω θα ήμουνα καλός.

Γ.Μ. Καλά όμως… εσείς σαν Έλληνες στην παροικία δεν ανεβάζατε τακτικά θέατρο. Δεν μπορούσε να υπάρξει κάποιος συμβιβασμός; Να παίζεις και στο ελληνικό και στο αυστραλέζικο;

Α.Α. Ίσως νομίζανε ότι εαν πήγαινα με αυτούς θα με χάνανε… θα έμενα στο αυστραλέζικο θέατρο. Δεν ξέρω πως το είδανε! Δεν ξέρω, λέω… είναι η ιδέα μου αυτή… ποτέ πια δεν το συζήτησα, ούτε με τον Χρυσόστομο που είχα περισσότερη –τέλος πάντων- φιλία και επαφή. Δεν ξανά ανάφερα αυτό το θέμα.

Γ.Μ. Δεν μου λές, εκείνα τα χρόνια ήταν εύκολο για έναν Έλληνα μετανάστη να ανακατευθεί με το αυστραλέζικο θέατρο;

Α.Α. Νομίζω ότι δεν ήταν τόσο ανυπέρβλητο… δεν ήταν άθλος! Άμα ήξερες τη γλώσσα! Διότι και ο μακαρίτης ο Γιώργος ο Παϊζης –απ΄ότι ξέρω- είχε ανακατευθεί και είχε παίξει σε έργα με αυστραλέζικους θιάσους –και καλούς θιάσους! Ήταν στο Independent Theatre, τακτικά ήταν ανακατεμένος. Ήταν από τους καλούς θιάσους, δεν υπάρχουν σήμερα…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Please share

error: Content is protected!